476. Δημόσια και Ιδιωτικά, Ελύτης (ολόκληρο το αγιασμένο κείμενο)

%ce%b5%ce%bb%cf%85%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bd%ce%bf%ce%bc%cf%80%ce%b5%ce%bb

ΠΗΡΕ ΝΑ ΧΕΙΜΩΝΙΑΖΕΙ. Πλήθυναν οι άδειες καρέκλες γύρω μου. Έχω πιάσει γωνιά και πίνω καφέδες, φουμέρνοντας αντικρύ στο πέλαγος. Θα μπορούσα να περάσω έτσι μια ζωή ολόκληρη, αν δεν την έχω κιόλας περάσει.
Ανάμεσα σε μια παλιά ξύλινη πόρτα ξεβαμμένη  απ’ τον ήλιο κι ένα κλωναράκι γιασεμιού τρεμάμενο πού, έτσι και συμβεί να μου λείψουν μια μέρα, η ανθρωπότητα όλη θα μου φαίνεται άχρηστη. Σχεδόν σοβαρολογώ. Επειδή εδώ δεν πρόκειται πια για τη φύση, που αυτήν, πιστεύω, είναι πιο σημαντικό να τη διαλογίζεσαι παρά να τη βιώνεις, ούτε καν για την παράδοση. Πρόκειται για τη βαθύτερη εκείνη δύναμη των αναλογιών που συνέχει τα παραμικρά με τα σπουδαία ή τα καίρια με τα ασήμαντα, και διαμορφώνει κάτω από την κατατεμαχισμένη των φαινομένων επιφάνεια, ένα πιο στερεό έδαφος, για να πατήσει το πόδι μου – παραλίγο να πω η ψυχή μου.

Μέσα σ’ ένα τέτοιο πνεύμα είχα κινηθεί άλλοτε, όταν έλεγα ότι ένα τοπίο δεν είναι όπως το  αντιλαμβάνονται μερικοί κάποιο, απλώς, σύνολο γης, φυτών και υδάτων. Είναι η προβολή της ψυχής ενός λαού επάνω στην ύλη. Θέλω να πιστεύω – και η πίστη μου αυτή βγαίνει πάντοτε πρώτη στον αγώνα της με τη  γνώση – ότι όπως και να τα εξετάσουμε, η πολυαιώνια παρουσία του ελληνισμού πάνω στα δώθε ή εκείθε του Αιγαίου χώματα έφτασε να καθιερώσει μιαν ορθογραφία, όπου το κάθε  ωμέγα, το κάθε ύψιλον, η κάθε οξεία, η κάθε υπογεγραμμένη δεν είναι παρά, ένας κολπίσκος, μια κατωφέρεια, μια κάθετη βράχου πάνω σε μια καμπύλη πρύμνας πλεούμενου, κυματιστοί αμπελώνες, υπέρθυρα εκκλησιών, ασπράκια ή κοκκινάκια, εδώ ή εκεί από περιστεριώνες και γλάστρες με γεράνια.

Είναι μια γλώσσα με πολύ αυστηρή γραμματική, που την έφκιασε μόνος του ο λαός, από την εποχή που δεν επήγαινε ακόμη σχολείο. Και την τήρησε με θρησκευτική προσήλωση κι αντοχή αξιοθαύμαστη, μέσα στις πιο δυσμενείς εκατονταετίες. Ώσπου ήρθαμ’ εμείς, με τα διπλώματα και τους νόμους, να τον βοηθήσουμε. Και σχεδόν τον αφανίσαμε. Από το ένα μέρος του φάγαμε τα κατάλοιπα της γραφής του και από το άλλο τού ροκανίσαμε την ίδια του την υπόσταση, τον κοινωνικοποιήσαμε, τον μεταβάλαμε σε έναν ακόμα μικροαστό, που μας κοιτάζει απορημένος από κάποιο παραθυράκι κάποιας πολυκατοικίας του Αιγάλεω. Δεν αναφέρομαι σε καμιά χαμένη γραφικότητα. Ούτε θυμάμαι να ‘χω ζήσει σε καμιά καλή εποχή για να τη νοσταλγώ. Απλώς, δεν ανέχομαι τις ανορθογραφίες. Με ταράζουν. Νιώθω σαν ν’ ανακατώνονται τα γράμματα στο ίδιο μου το επώνυμο, να μην ξέρω ποιος είμαι να μην ανήκω πουθενά. Τόσο πολύ αισθάνομαι να είναι η ζωή μου συνυφασμένη μ’ αυτήν την «υδρόγεια λαλιά», που δεν είναι παρά η οπτική φάση της ελληνικής λαλιάς, της ικανής με τη διπλή της υπόσταση να ομιλεί και να ζωγραφίζει συνάμα. Και που εξακολουθεί αθόρυβα όσο και δραστικά, παρά τις άνωθεν επεμβάσεις, να εισχωρεί ολοένα μέσα στην ιστορία και μέσα στη φύση που τη γέννησαν, έτσι ώστε να μετατρέπει τεράστιες ποσότητες παρελθόντος χρόνου σε παρόν, και να μετατρέπεται από το παρόν αυτό σε όργανο προικισμένο με τη δύναμη να οδηγεί τα στοιχεία της ζωής μας στην πρωτογενή, φυσική τους αλήθεια. Όμως, για να το αντιληφθεί αυτό κανείς, πρέπει να ‘χει περάσει απ’ όλες τις διεργασίες, όσες  απαιτούνται για να μπορεί να διακρίνει που κείται το καίριο. Το καίριο στη ζωή αυτή  κείται πέραν του ατόμου. Με τη διαφορά ότι αν δεν ολοκληρωθεί κανείς σαν άτομο – κι όλα  συνωμοτούν στην εποχή μας γι’ αυτό -αδυνατεί να το υπερβεί.

Σ’ αυτό το σημείο σταύρωσης βρισκόμαστε σήμερα, που οι περισσότεροι αδυνατούν, επί  παραδείγματι, να εκτιμήσουν την υγεία επειδή δεν έτυχε ν’ αρρωστήσουν, ή επειδή -το  χειρότερο- θεώρησαν «καίριο» την αρρώστια. Ο μηχανισμός μιας λειτουργίας όπως αυτή  αντανακλά πάνω στη λογοτεχνία μας, την καταδυναστεύει, την υποβάλλει σ’ ένα είδος παραμορφωτικής αρθρίτιδας, που εξαιτίας μιας μακράς και συνεχούς τακτικής εκλαμβάνεται  ως η μόνη φυσιολογική.

ΑΡΧΙΣΕ ΤΩΡΑ και να ψιλοβρέχει. Έχω αποτραβηχτεί πίσω από την τζαμαρία και παρακολουθώ τον γέρο Λεμονή, που τρέχει κατά το μόλο φωνάζοντας και χειρονομώντας. Θα του λύθηκε το παλαμάρι της βάρκας. Ε, αυτός είναι κι αν είναι, κυριολεκτικά, μ’ έναν παλιό πουνέντε στο γύρο του προσώπου του. Αγρότης και ναυτικός συνάμα. Ένας από τούς  τελευταίους διαχρονικούς Έλληνες, με τις γερές του πλάτες, το πυκνό λευκό του μαλλί και  το κορμί του το κεραμιδί που σου υποβάλλει την ιδέα ότι θα μπορούσε να ‘ναι κι ένας  υπήκοος της Κρήτης του Μίνωα. Δούλος ίσως, αλλά σε απόσταση αναπνοής από τον άρχοντά  του. Και αυτό έχει σημασία. Επειδή έκτοτε δεν παρατηρήθηκε, ως φαίνεται, σε κανέναν από τους πολιτισμούς που γνωρίζουμε. Τα μικρά μεγέθη, ο περιορισμένος πληθυσμός, η περίπου ανυπαρξία καταναλωτικών αγαθών,  μείωναν τις διαφορές ανάμεσα στα κοινωνικά στρώματα, έτσι που η πλάστιγγα να γέρνει πάντοτε από το μέρος της ποιότητας και του καλού γούστου, που ή υπάρχουν διάχυτα στον αέρα για τον καθένα ή δεν πουλιούνται στην αγορά ώστε να μπορούν να τα προμηθεύονται οι ολίγοι. Και μολονότι το άτομο στα χρόνια εκείνα έμοιαζε το ίδιο ισχυρά σβησμένο πίσω από την τεχνουργία όσο και στα χρόνια της πλέον ακμαίας χριστιανοσύνης, θα έλεγε κανένας ότι προηγουμένως είχε προφτάσει να ολοκληρωθεί, θέλω να πω να εξαντλήσει όλους τους πόρους της ψυχικής του ευφορίας, ώστε να κόβει λουλούδι και για να το χαίρεται και για να το εκμεταλλεύεται χωρίς να σημειώνεται πουθενά το παραμικρό χάσμα. Μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά δικαιολογημένα υποψιάζεται κανείς ότι η λατρεία της σωματικής δύναμης -που όσο πιο πίσω πάμε τόσο πιο ισχυρή τη βρίσκουμε- παραχωρούσε τότε τη θέση της σε (η , αν αυτό πάει πολύ, συνυπήρχε με) μιαν ανάμεικτη από ηδυπάθεια κι ευωδία λωτού τρυφερότητα, διόλου διαφορετική από την «τρυφερότητα των μαστών» που αντικρίζανε καθημερινά γύρω τους οι κάτοικοι της Κρήτης εκείνης και με τη γνωστή πλαστική τους ευκρίνεια, διασώσανε στα έργα τους.

Αυτό θα πει να μπαίνει ένας πολιτισμός όχι στην ιστορία με πολέμους αλλά στη ζωή με τον ήλιο στην κοιλιά. Ολόκληρο το δυναμικόν που θ’ αντιστοιχούσε στη διεξαγωγή εχθροπραξιών θα διοχετεύεται στην ερωτική συζυγία με τη φύση και στη διαιώνιση των καρπών ενός τέτοιου γάμου. Ίσως αυτά όλα (χρειάζεται να το πω) να μη συμπίπτουν πάντοτε, ή και καθόλου, με τα συμπεράσματα της επιστήμης. Αλλά εγώ λέω αυτά που διαβάζω στα μόνα κείμενα που μας  άφησαν και που είναι τα έργα των χειρών τους. Φτάνει κανείς και από τις άκρες και από τις οφιοειδείς γραμμές στην αποκατάσταση μιας ηθικής της ομορφιάς, που πιθανόν κάποτε στον κόσμο αυτό να επεκράτησε. Ότι καμιά σημαντική πολιτεία δεν ήταν κτισμένη σε μέρος που να προσφέρει αμυντικά πλεονεκτήματα, όπως οι κατοπινές ακροπόλεις ή τ’ αμέτρητα κάστρα του Μεσαίωνα, καθώς επίσης και το γεγονός ότι δε συναντάμε παρά σπάνια την ύπαρξη οχυρωματικών έργων συνηγορούν άμεσα με την άποψη αυτή. Όπως συνηγορούν  έμμεσα όλα τα έργα τέχνης που μας άφησαν. Από τις νωπογραφίες αρχινώντας, όπου η  χρωματική αντίληψη εκδηλώνεται με μιαν αθωότητα που χρειάστηκε να περάσουν χιλιετίες  όχι καν για να την ξαναβρούμε αλλά με κόπους και με γνώση να την ξαναφτιάξουμε περνώντας ύστερα στους απείρου ποικιλίας δακτυλιόλιθους, αυτά τα ωάρια ενός κόσμου  μαγικού, όπου οι συγχορδίες της φαντασίας και της δεξιοτεχνίας καταφέρνουν να συγκροτήσουν έναν σωστό Πανδέκτη του σχηματολογικού δυναμικού της ύλης έως, τέλος, τ’ αντικείμενα τους της καθημερινής ζωής, πιο δυναμικά ετούτα, εάν όχι κάποτε και βάρβαρα, όμως με μιαν ανεξάντλητη στα σχήματα και στα μεγέθη ευρηματικότητα.

Εδώ, δεν ξέρω πως να το πω, αλλά αισθάνομαι κάτι σαν ζήλια, που είναι παράπονο συνάμα κι ευχή. Να τι εννοώ. Θα ήθελα να μπορούσαν αυτά όλα να βρίσκονται σε συνεχή συνεννόηση με τον ήλιο. Να υπάρχει και γι’ αυτά μια φωτοταξία, που, όπως εξασφάλιζε στα φυτά τη χλωροφύλλη την απαραίτητη για να ανανεώνονται αέναα και να μας βρέχουν το μάτι με τη δροσιά τους, να υπαγορεύει και σ’ αυτά ορισμένα χαρακτηριστικά σκιρτήματα, προικισμένα με τη χάρη, ακόμη και μέσ’ απ’ τις πιο τρομερές θεομηνίες, που τσακίζουν πολιτισμούς και  αφανίζουν ακεραιότητες λαών, να πηδούν από τον ένα στον άλλον αιώνα και να περνούν  βελονιές πάνω στο δέρμα του χρόνου. Να περνά η Παριζιάνα της Κνωσού στη συλλέκτρια των κρόκων της Θήρας, κι αυτή στην Κόρη με τον θαλλόν μυρσίνης, της Πάρου, κι αυτή στη Μυροφόρο τη ρόδινη με τη λαμπάδα, κι αυτή στην ωραία Αντριάνα των Αθηνών, κι αυτή  στην Κόρη με το ρόδι της Αίγινας. Αν όχι τίποτε άλλο, επειδή κατοικούμε στα ίδια χώματα.

ΤΩΡΑ ΟΙ ΤΡΙΛΙΕΣ ΤΩΝ ΠΟΥΛΙΩΝ που άκουγα τα ξημερώματα πρέπει να ‘χουν φτάσει μακριά, να τρέχουν μια δω μια κει και να συρράπτουν τα κομματάκια της πραγματικότητας, τέτοιας που την εκαταντήσαμε. Να μπορούν οι θεοί να διαβάσουν τι γίνεται δω πέρα. Στα πλαϊνά μου τραπέζια οι ντόπιοι αυτοί έχουνε πέσει με τα μούτρα στις εφημερίδες που μόλις έφερε το μεσημεριανό αεροπλάνο. Μυστήριοι άνθρωποι. Τους ξέρω χρόνια, τους παρακολουθώ, τους μελετώ σαν να ‘τανε πειραματόζωα. Στις κοινωνικές τους σχέσεις, τις οικογενειακές αλλά και τις επαγγελματικές, συμπεριφέρονται με μιαν ευθύτητα και μια  ψυχική ευγένεια που μαρτυρούν κοιτάσματα χρυσού στο προγονικό τους υπέδαφος. Η κρίση τους είναι καθαρό μαχαίρι. Κόβει τα πράγματα σε καλά και κακά, μαύρα και άσπρα, όπως μας τα ‘μαθε η μάνα μας. Έτσι όμως κι εμπλακούν στα συνθήματα που τους προσφέρουν με τον δικό τους, δόλιο τρόπο οι πολιτικές παρατάξεις, η καθαροσύνη αυτή χάνεται. Και τα μεν και τα δε είναι όλα καλά εάν βρίσκονται από το μέρος μας και όλα κακά  εάν βρίσκονται από το άλλο. Δεν υπάρχει τρόπος να χωριστούν αλλιώς. Ούτε κανείς βιοχημικός η οφθαλμολόγος θα μπορούσε να μας εξηγήσει πως γίνεται τόσο ετερόκλητα  πράγματα ν’ αποκτούν έξαφνα το ίδιο χρώμα και να θολώνουν το ίδιο μυαλό. Και το ωραίο  είναι ότι σε τελικήν ανάλυση, τη νύφη την πληρώνεις εσύ, που βρίσκεσαι απ’ τους απ’ έξω. Δεν τολμάς να τραβήξεις μιαν από τις αξίες που πιστεύεις ότι ικανοποιούν την εθνική σου φιλαυτία, και βλέπεις να βγαίνουν μαζί της ένα σωρό άνθρωποι των χρηματιστηρίων, που ανεβοκατεβαίνουν στην κόλαση όπως στο σπίτι τους. Δεν κοτάς ν’ αγγίξεις μιαν από τις αξίες που ικανοποιούν τα αισθήματά σου για κοινωνική δικαιοσύνη, και βρίσκεσαι να «κάνεις πορεία» μ’ έναν συρφετό ανθρώπων που δεν έχουν δική τους σκέψη αλλά την περιμένουν από τον καθοδηγητή τους.

Έτσι όμως η ψυχή μας υποχρεώνεται να κυλήσει πάνω σε δύο γραμμές που αδυνατούμε να παραλληλίσουμε. Ο εκτροχιασμός είναι αναπόφευκτος. Θεέ μου! Κι εγώ που ονειρευόμουν να παραλληλιστούν άλλου είδους γραμμές, κι απέβλεπα στις συντεταγμένες του γυμνού σώματος και της δικαιοσύνης, της αλκής και της ιερότητας, του παρθενικού και του ηδυπαθούς! Που ζητούσα να καθαγιασθούν πρώτα μέσα στο άδυτον του κάθε ιδιώτη τα  «κοινά», και έτσι μόνον να γίνουν κανόνες ζωής για όλους, με το ίδιο ήθος και την ίδια  δύναμη.

Ουτοπία; Μπορεί, γιατί όχι; μια εκδοχή ανάμεσα στις άλλες είναι κι αυτή, μόνο που έχει λιγότερες πιθανότητες. Κι ύστερα κακολογούν τους ποιητές ότι δεν έχουν τη δύναμη ν’ αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, μόνον κάθονται και ρεμβάζουν. Καλά κάνουν. Να  βάζεις με το νου σου αβρά πράγματα, και μάλιστα να τα βλέπεις απ’ την ανάποδη,  χρειάζεται να ‘σαι σκληρός. Η μήπως αδιάφορη και σκληρή δε δείχνει πάντα να είναι μέσα  στις συμφορές μας η φύση; Μα είναι; ‘Η ζητάει τ’ αδύνατα; Να εκπληρώσει τον προορισμό  της, χωρίς ν’ αφεθεί να κλονιστεί από το χτυποκάρδι μας; Αυτό είναι. Το ‘νιωσα δυνατά στον  πόλεμο, πάνω στην υποχώρηση του ’41, μέσα στο φούντωμα της άνοιξης, όταν έδινα βουτιά στα ριζά τών ολάνθιστων σύδεντρων για να καλυφθώ από τα γερμανικά στούκας. Με το μάγουλο στο υγρό χώμα ζητούσα βοήθεια, συμπόνια, προστασία να μού ψιθυρίσουν αυτά τα μπουμπουκιασμένα κλωνιά έναν παρήγορο λόγο. Τίποτε. Το μόνο που ζητούσαν ήταν να μού υποβάλουν το «αιώνιο» που είχαν ταχθεί ν’ αντιπροσωπεύουν. Έτσι ο ποιητής. Σκληρός. Και να ζητάει τ’ αδύνατα.

Ω να μπορούσανε, λέει και τα οργανωμένα κράτη να διαμορφώσουν μια δημόσια ζωή με νόμους σαν αυτούς που διέπουν το άτομο. Να επιφοιτούσε στα κοινά η ψυχή, και μια διαταγή του υπουργείου Υγείας να ξαπόστελνε στα εργοστάσια επεξεργασίας απορριμμάτων όλες τις πενταροδεκάρες τών συμφερόντων, για να βγουν έστω και λίγα γραμμάρια ομορφιάς. Να έπαιρνε πότε πότε η συνεδρίαση του Κοινοβουλίου τις προεκτάσεις που παίρνει ένα δάκρυ όταν διαθλά τις αθλιότητες όλες κι απομένει να λάμπει σαν μονόπετρο. Κοντολογίς, να μπορούσαν και τη σημασία των λαών να τη μετράνε όχι από το πόσα κεφάλια διαθέτουνε για μακέλεμα, όπως συμβαίνει στις μέρες μας, αλλά απ’ το πόση ευγένεια παράγουν, ακόμη και κάτω από τις πιο δυσμενείς και βάναυσες συνθήκες, όπως ο δικός μας ο λαός στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, όπου το παραμικρό κεντητό πουκάμισο, το πιο φτηνό βαρκάκι το πιο ταπεινό εκκλησάκι, το τέμπλο, το κιούπι το χράμι όλα τους αποπνέανε μιαν αρχοντιά κατά τι ανώτερη των Λουδοβίκων. Τί σταμάτησε αυτά τα κινήματα ψυχής που αξιώθηκαν κι έφτασαν ως τις κοινότητες; Ποιός καπάκωσε μια τέτοιου είδους αρετή, που μπορούσε μια μέρα να μας οδηγήσει σ’ ένα ιδιότυπο, κομμένο στα μέτρα της χώρας πολίτευμα; Όπου το κοινόν αίσθημα να συμπίπτει με κείνο τών αρίστων. Τι έγινε η φύση που μαντεύουμε αλλά δεν τη βλέπουμε; ο αέρας που ακούμε αλλά δεν τον εισπνέουμε; Κουράστηκα να τα λέω. Θα ‘θελα να μην είχα πια τίποτα να πω, αλλά πως, που νιώθω να ‘μια ακόμη γεμάτος, φορτωμένος με τόνους ανέμων, τσουβάλια Ιουλίων, καλαθούνες ανθέων… τα μωβ ξεχειλίζουν. Τα σκούρα μού κόβουν τους αγκώνες. Πολλά γαιώδη μουλιάζουν τα ρούχα μου. Άλλα, ελαφρότερα, γίνονται στοές, ρόπτρα, γεφυράκια, τρούλοι. Ανάγκη να ξεφορτώσω. Πως όμως, που αυτά πλέον έγιναν στοιχεία του οργανισμού μου; Έτσι και τ’ αδειάσω, έσβησα.

ΣΑΝ ΝΑ ΞΑΝΟΙΞΕ ο καιρός. Παίρνω σιγά σιγά τον ανήφορο, κείνον με τις φαγωμένες, ανώμαλες πλάκες που μ’ αρέσει. Περπατώ βλέποντας χρόνους πολλούς πίσω από το κάλυμμα της συνήθειας. Ξέρω με κάθε λεπτομέρεια πώς και γιατί χτίστηκε το τοιχάκι της εκκλησίας έτσι σε τόσο ανισόπεδο έδαφος. Αναγνωρίζω την αρχική μορφή που πρέπει να είχε το σπίτι με τις τρεις κολόνες. Αποδίδω τη δέουσα βαρύτητα στη σημασία που έχει ένας τενεκές με ηλιοτρόπια στο κεφαλόσκαλο μιας εσωτερικής αυλής. Συνελόντι ειπείν, έχω γίνει ένας μικρός Παυσανίας τών αισθήσεων και των αναλογιών τους στο πνεύμα, που πιότερο από τα μνημεία ενδιαφέρεται για κάτι δαφνώνες, απ’ αυτούς με τα δυνατά πράσινα πού, μόνον να τα θωρείς, σου στιλβώνουν μάτι μαζί και ψυχή. Και που του αρέσει γράφοντας -πρέπει να το προσθέσω κι αυτό -να μην ξύνει απλώς το χαρτί αλλά να σκάβει και ν’ ανακαλύπτει συνεχώς την Ελλάδα που προϋπάρχει μέσα του και που, αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ολίγον ενδιαφέρει. Έχει τον καιρό ν’ ακολουθήσει η πραγματικότητα. Προηγουμένως, είναι ανάγκη να πλασθεί απ’ τη σκέψη. Μια σκέψη που, αν τη σπάσεις, η χούφτα σου θα γεμίσει από σπόρια συγκινήσεων, ευαισθησιών, ανατάσεων, δακρύων.

Φτάνω τώρα στο μαντρότοιχο απ’ όπου ξεπροβέλνουν τα κεφάλια τους, λες και σηκώνονται στις μύτες των ποδιών τους, οι μανταρινιές, οι πορτοκαλιές, οι νεραντζιές. Λάμπουν και γυαλίζουν, με φρεσκοπλυμένο μάγουλο απ’ τη βροχή. Παράξενο μου φαίνεται κάθε φορά που το συλλογίζομαι ότι δε γνώριζαν οι Ίωνες τα εσπεριδοειδή -τόσο πολύ, πιστεύω, η σκέψη τους αναδίδει τη σπιρτάδα τών κίτρων. Ιδού ένας ακόμη „κατ’ αναλογίαν“ συσχετισμός, που κάνει τούς περισσότερους να υψώνουν τα χέρια μπροστά σε κάθε ρήση ποιητική που δεν είναι γνώσεις από κρέας ωμό αλλά αίνιγμα σπινθηροβόλο, με τη λύση του μεταποιημένη σ’ ευωδιά. Σ’ αυτό το κεφάλαιο είμαι πολύ ευαίσθητος. Η ροπή μου καταντά διαστροφή. Κι όμως, πουθενά δε βρίσκω αισθητοποιημένη με τόση ενάργεια, την έννοια της αθωότητας όσο στα μυριστικά χόρτα. Όπως της καθαρότητας και της διαφάνειας σε μια λαμπερή νεροσταγόνα, ή του καθαρμού και της ψυχικής ασηψίας στον ασβέστη. Χωρίς τις ηθικές προεκτάσεις που έλαβαν εν συνεχεία, θα μού ήταν αδύνατο να κατοχυρώσω τη «λιγοσύνη» σαν κεφάλαιο πολύτιμο για το σύνολο, που να το μεταφέρω κατόπιν, με την ίδια ισχύ, στο άτομο. Άλλοι ας αναλώνονται κι ας περιορίζονται σε αυτά που υπάρχουν. Πού, βέβαια, είναι τα περισσότερά τους δεινά και τα καταγγέλνουν. Ας υπάρχει κι ένας που να διατηρεί το δικαίωμα να προσβλέπει σε αυτά που δεν υπάρχουν αλλά θα έπρεπε και θα μπορούσαν να υπάρχουν. Ο κόσμος τών φυτών με γοήτευσε. Αείποτε μ’ εξέπληξε. Περισσότερο και από τον κόσμο των άστρων κατάφερνε να μου υποβάλλει το μυστήριο της ζωής. Αποπνέει ένα είδος αγιοσύνης, που δοκίμασα να το εκφράσω, ακόμη και με ανορθόδοξα μέσα, όταν αισθάνθηκα να είμαι αρκετά καθαρός στην ψυχή για να το αποπεφαθώ. Μετατρέποντας το φυτό από ουδέτερο σε θηλυκό, και θεωρώντας το σαν κόρη, περίπου, αγία ή θεά, ζωγράφισα, χωρίς να είμαι ζωγράφος, και μάλιστα σε πολλές παραλλαγές, μια θεά Φυτώ, που της έβαλα βυσσινιά δυνατά και χρυσά και φωτοστέφανο στο κεφάλι, με την ελπίδα να μπορεί δίπλα μου να ενσαρκώνει κείνον τον αέρα που έρχεται σαν από θαύμα μεσ’ απ’ τα έγκατα της γης και να υποκαταστήσει όσα και σαν ειδωλολάτρες και σαν χριστιανοί διακονήσαμε στο βωμό του Ποσειδώνα και της Παρθένου.

ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΤΟ ΕΝΣΤΙΚΤΟ του γραφιά μέσα μου, του μανιακού πολέμιου της  προχειρότητας μ’ έχουν μονοχνοτίσει. Φέρτε μου τον Θεό, θα συνεννοηθώ αμέσως. Με τους  ανθρώπους είναι το δύσκολο. Καθώς γυρνάω στο σπίτι αργά για φαγητό, βρίσκω την κυρία Ευγενία να τα έχει όλα έτοιμα,  σκεπασμένα, και να κάθεται με θρησκευτική προσήλωση μπροστά στο ραδιόφωνο. Βέβαια, το λόγο κάποιου πολιτικού αρχηγού ακούει μολονότι αμφιβάλλω αν καταλαβαίνει καλά. Κι όχι επειδή δεν έχει την απαιτούμενη μόρφωση· τουναντίον, επειδή ο λόγος δεν έχει την απαιτούμενη δομή τη στοιχειώδη. Άλλ’ αντ’ άλλων. Φτήνια και μακρηγορία χωρίς αντίκρισμα. Έτσι μού ‘ρχεται να της το κλείσω. Αν όχι να βγω στα μπαλκόνια να το φωνάξω: Τίποτε απ’ ολ’ αυτά που περιφέρουν, επί αιώνες τώρα, στα σχολεία, στις εκκλησίες, στις κομματικές συγκεντρώσεις, δεν παίρνει διαβατήριο για την ψυχή, αν προηγουμένως δεν έχει  την οφειλόμενη θεώρηση από τα μέσα τα εκφραστικά. Οι νόμοι της τέχνης είναι και νόμοι  της ζωής. Ο πολιτικός οφείλει να μη διαφέρει σαν αντίληψη απ’ τον καλλιτέχνη. Και στην  αντίληψη τού καλλιτέχνη ο αγώνας για τη σωτηρία του ανθρώπου είναι αγώνας για την ορθή έκφραση, και τίποτε άλλο. Σε τέτοιο σημείο, που θα έλεγα ότι και οι πλέον αντίθετες  τοποθετήσεις απέναντι στο ίδιο πρόβλημα εξισώνονται αν η εν τέχνη δικαίωση τους είναι του αυτού υψηλού βαθμού. Η ποιότητα στηρίζει τούς θεούς, κι είναι για να μην το ‘χουν κατανοήσει εγκαίρως οι Ιερείς  που παιδεύεται άδικα η ανθρωπότητα.

ΤΟ ΜΟΝΟ ΠΡΑΓΜΑ που παίρνει μαζί του πεθαίνοντας ο άνθρωπος είναι το μικρό εκείνο  μέρος της περιουσίας του που ίσα ίσα δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλο. Κάτι λίγες αισθήσεις ή στιγμές· δυό τρεις νότες κυμάτων, την ώρα που το μαλλί το παίρνει ο αέρας με τα γλυκά ψιθυρίσματα μες στο σκοτάδι, ολίγες μέντες από δυό κοντά κοντά βαλμένες ανάσες, ένα τραγούδι βαρύθυμο, σαν βράχος μαύρος, και το δάκρυ, το δάκρυ της μιας φοράς, το για πάντοτε. Όλα όσα, μ’ άλλα λόγια, κάνουν την αληθινή του φωτογραφία, την καταδικασμένη να χαθεί και να μην επαναληφθεί ποτέ.

Αποδίδω μεγάλη σημασία σ’ αυτό το έσχατο του εαυτού μας αντίτυπο. Που, εάν συμβαίνει να διακρίνουμε πίσω του αφρισμένη τη θάλασσα ή λευκό το σπιτάκι, να προσπερνάμε, τάχατες οι ανώτεροι εμείς, παρά να γονυπετούμε και να κάνουμε το σταυρό μας με δέος. Ένα εικόνισμα είναι κι αυτό το πελαγίσιο κομμάτι που το ξύλο του έχει μαυρίσει από τους καπνούς παλαιών αγώνων αλλά που τ’ αγιωτικό του αναδίδει ακόμη Αναξίμανδρο. Μιλώ μ’ έναν φανατισμό που δεν είναι παρά σωφροσύνη στον κύβο. Να ‘σαι σκληρός απέναντι στο μέλλον σου μαρτυρεί πόσο τρυφερός είσαι ήδη απέναντι στα στοιχεία που κρυφά προσφέρεις για να το συνθέσουν. Αλλά ποιό μέλλον; Τίνος; Το απώτερο, το μετά κάθε ιδιώτη μέλλον, που αυτό είναι και το δημόσιο. Πάνω σε τέτοιου είδους λατρευτική στάση, φαντάζομαι θα ήταν δυνατόν να συμπέσουν οι κορυφαίοι της πολυθεΐας και οι άγιοι πάντες της χριστιανοσύνης. Με τον ίδιο τρόπο που σ’ ένα πέτρινο, σχεδόν διάφανο ειδώλιο που λευκάζει κι αναδύεται από τα κύματα συμπίπτουν οι λιγοστές γραμμές της Πάρου ή της Σικίνου και οι πτυχές του μανδύα μιας αγίας Μαρίνας, η μιας Διαμάντως που εναποθέτει λουλούδια στον επιτάφιο. Περιμένω τον καλλιτέχνη -που όσο περνάν τα χρόνια τόσο λιγότερες πιθανότητες υπάρχουν ν’ αναφανεί- τον ικανό να στήσει, αποστραγγίζοντας όλο το απόθεμα του θυμητικού μας, το μνημείο στον «άγνωστο ιδιώτη». Όπως ως τώρα εστήσαμε σε κάθε γωνιά του τόπου μας κάποιο μνημείο στον «άγνωστο στρατιώτη». Θα πρέπει να βγαίνει από την κυανή και λευκή Μεγάλη του Γένους Σχολή και ν’ αντανακλά όλο φώς πάνω στην πίσσα της Ευρώπης που  θάβουμε σήμερα εν όψει μιας άλλης που μοιάζει να γεννιέται. Χωρίς διάκριση. Πάνω στους  μέλανες δρυμούς, στα τέρατα της Chartres και του Duomo, τους Καρτέσιους και τους  Καλβίνους, τους Κάντ και τους Μαρξ, τον Πάπα —Θεός σχωρέσει τους.

ΕΤΣΙ ΚΑΙ ΝΥΧΤΩΣΕΙ αρχινά η δική μου δεύτερη μέρα. Η πρώτη θέλει μπλάβα πέλαγα, η δεύτερη, τέσσερις τοίχους, χειρόγραφα και ποτό. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει στον ώμο, συγκρατεί το χέρι  μου: «Μη , όχι έτσι, αλλιώς», «Όχι έτσι, αλλιώς». Να μη βγει κακός λόγος από το στόμα  μου, να μη βγει παράπονο. Αυτό θέλει. Κι άλλα μικρά δαιμόνια, παρόμοια, μού εμφανίζονται κατά καιρούς, κρατώντας εικόνες, χρωματιστά γυαλιά, χάρτινα βαπόρια  φωταγωγημένα. Είναι φιλικά, μου γνέφουν κιόλας πότε πότε: «Μην ακούς», «Κάνε τη δουλειά σου», «Εδώ είμαστ’ εμείς». Μόνον άνωθεν το κουράγιο. Κι όχι πάντοτε. Είναι  βραδιές όπου η στεναχώρια μόλις που χωράει, πάει να σπάσει τούς τοίχους. Μένω μόνος ώρες μπροστά σ’ ένα τετράγωνο παράθυρο κομμένο επάνω στο σκοτάδι. Δεν περνάει ούτ’ ένας άνθρωπος. Πουθενά κανένα φως. Μόνον ο φάρος πέρα εκεί κατάμονος κι αυτός, πεισματικός, ολοένα πάνω στο τρία του και στο ένα του.

Στη μοναξιά υπάρχουν κι εκεί όπως μέσα στη γλώσσα, ιδιώματα. Το δικό μου πρέπει να ‘ναι της πλέον ακατοίκητης ερημονησίδας. Αλλιώς δεν εξηγείται πως τα λόγια μου, ενώ τα κατευθύνω στο κέντρο των ενδιαφερόντων του κόσμου, ηχούν απόμακρα ή χάνονται ολότελα. Τα φωνήεντά μου, τα «α» μου και τα «ε» μου, δε γίνεται φαίνεται να τα πιάσεις σε καμιά συχνότητα. Το πολύ ν’ ακούσεις κάτι σαν τραύλισμα κυμάτων επάνω στα βότσαλα. Παραμένω, έτσι ένας ιδιώτης απαρηγόρητος, που δεν καταφέρνει ν’ ανήκει πουθενά, σε καμιά κοινότητα, ούτε καν των ποιητών αφού τα σκάφη μας μήτε που συναντιούνται θα ‘λεγες, για τη χαρά έστω να σφυρίξει το ένα για να χαιρετίσει το άλλο. Φαίνεται ότι στην προσπάθειά μου να τους πλησιάσω, τα ρεύματα με παρασύρουν και με παν έξω από την περιφέρεια. Τουλάχιστον έτσι αν όχι τίποτε άλλο, επαληθεύεται κάποια γνησιότητα ή όχι; Πως να κρίνεις. Η φουρτούνα που περιγράφεις δεν είναι ποτέ η φουρτούνα που αντιμετωπίζει πραγματικά ο ναυτικός. Πρέπει το «σκόρτσο» να το αντιμετωπίζεις και στην έκφραση. Έτσι πρέπει να κρίνεις. Ένα μαύρο δαιμόνιο, μα όλο λευκότη στην ψυχή, με σκουντάει. Κι άλλα πολλά, μικρά, μού παραστέκουν. Έτσι γλυκιά, έτσι όμορφη, πώς έγινε η ζωή; Όλο τη βλασφημούν κι όλο αρπάζονται απάνω της οι άνθρωποι. Γαλήνιοι παραμένουν οι τάφοι και ο χρόνος άδηλος.

Κλαίω με δάκρυα που γυαλίζουν κάπου αλλού, μακριά, σ’ ένα χώρο κατοικημένο από πλάσματα υπέροχα, που ίπτανται λίγο πιο πάνω από την ίσαλο του θανάτου. Ποιός είμαι; Ποιος υπήρξα; Νιώθω να μ’ έχει αρπάξει μια φυλλωσιά θάλασσας, όλο ευδαιμονία και οδύνη, σαν να ‘ναι λιωμένος κι αποχριστιανωμένος Πλωτίνος. Ορθάνοιχτα όκια με παρακολουθούν  από παντού. Τρέμουν, τρίζουν τα κατάρτια και οι μορφές των αγίων. Πως βγήκα μέσ’ από τη δυστυχία; Ποιός άδει; Τι είναι αυτά τα δυνατά κίτρινα και κόκκινα και τα κομμάτια του τοίχου με τον ασβέστη; Α ναι, είμαι το παρελθόν τών δακρύων ίσως γι’ αυτό να μ’ αναγνωρίζουν. Ίσως γι’ αυτό ν’ άρμυρίζω. Υπήρξα κάποτε, αυτό είναι αλήθεια. Τρέμουν, τρίζουν τα δαιμόνια.  Δήλον δε ότι δει και τοις άλλοις δαίμοσι τούτους  αρμόσαι είπερ δει φυσιν είναι και ουσίαν μίαν  καθό δαίμονες δαιμόνων, ει μη κοινόν όνομα έξουσι μόνον. [1]

………………

 

ΣΧΟΛΙΑ

  1. Είναι κομμάτι από τον Πλωτίνο, „Περί έρωτος“, Εννεάς Γ´, 3,5 (50): Αλλά τι δη χρη λέγειν περί του Έρωτος και της λεγομένης γενέσεως αυτού; Δηλον δη ότι δει λαβείν τις η Πενία και τις ο Πόρος, [2] και πως αρμόσουσιν ούτοι γονείς είναι αυτώι. Δήλον  δε ότι δει και τοις άλλοις δαίμοσι τούτους αρμόσαι είπερ δει φυσιν ειναι και ουσίαν μίαν καθό  δαίμονες δαιμόνων, ει μη κοινόν όνομα έξουσι μόνον.

Μετάφραση: Αλλά τι πρέπει να πούμε σχετικά με τον Ερωτα και για τα όσα λέγονται για τη  γέννηση του; Είναι φανερό ότι πρέπει να διαπιστώσουμε ποιός είναι ο Πόρος και ποιά η  Πενία και κατά πόσον αυτοί ταιρίαζουν σαν γονείς του. Και είναι φανερό οτι αυτοί (οι  ιδιότητές τους) πρέπει να ταιριάζουν και στους άλλους δαίμονες, διότι οι δαίμονες αυτοί καθ‘  αυτοί πρέπει να έχουν την ιδια φύση και την ίδια ουσία και όχι μόνο ένα κοινό όνομα.

  1. Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία ο Έρωτας ήταν παιδί του Πόρου (= δρόμος, πλούτος, περιουσία ) και της ά-πορης Πενίας (= φτώχεια).Βλέπε: Πλάτων, Συμπόσιον, 203b:
  2. Ναός στη ομώνυμη πόλη της Γαλλίας.
  3. Ναός στην Ιταλία, Μιλάνο.
Posted in Αταξινόμητα | Σχολιάστε

475. Ένα νέο συμβόλαιο με τα παιδιά μας

14570492_768521189955205_5507092365966124766_n

Επιφανής μάστορας στα χνάρια του Καραβάτζιο ο Ολλανδός Χέρριτ φαν Χόντχορστ (Gerrit van Honthorst) παίζει τρυφερά με τη λάμψη του κεριού στο κέντρο του έργου. Ένας κιαροσκούρο συμβολισμός των αγγέλων που αθέατοι βρίσκονται αέναα γύρω μας.

Ο πίνακας (Childhood of Christ, 1620, Μουσείο Ερμιτάζ Αγίας Πετρούπολης) εισηγείται την ευθεία αναφορά στο κατά Ιωάνην (8:12 «Εγώ ειμί το φως του κόσμου»). Η ευθύνη που αναδύεται όμως είναι εξίσου σημαντική: Να ξαναγράψουμε, να σκαλίσουμε άφθαρτα ένα νέο συμβόλαιο ΜΕ και ΓΙΑ τα παιδιά μας. Μαθαίνοντας. Αλλάζοντας. Μπορούμε ;

Posted in Αταξινόμητα | Σχολιάστε

474. Το νησί των συναισθημάτων, Μάνος Χατζιδάκις.

Το νησί των συναισθημάτων, Μάνος Χατζιδάκις, μια υπέροχη ιστορία

Μία πολύ ευαίσθητη ιστορία που έγραψε ο Μάνος Χατζιδάκης, για την αγάπη και την αντοχή της στον χρόνο.

 «Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε ένα νησί στο οποίο ζούσαν όλα τα Συναισθήματα.
Εκεί ζούσαν η Ευτυχία, η Λύπη, η Γνώση, η Αγάπη και όλα τα άλλα συναισθήματα.
Μια μέρα έμαθαν ότι το νησί τους θα βούλιαζε και έτσι όλοι επισκεύασαν τις βάρκες τους και άρχισαν να φεύγουν.
Η Αγάπη ήταν η μόνη που έμεινε πίσω. Ήθελε να αντέξει μέχρι την τελευταία στιγμή.
Όταν το νησί άρχισε να βυθίζεται, η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια.
Βλέπει τον Πλούτο που περνούσε με μια λαμπερή θαλαμηγό.
Η Αγάπη τον ρωτάει: «Πλούτε, μπορείς να με πάρεις μαζί σου;»,
«Όχι, δεν μπορώ» απάντησε ο Πλούτος. «Έχω ασήμι και χρυσάφι στο σκάφος μου και δεν υπάρχει χώρος για σένα»
Η Αγάπη τότε αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια από την Αλαζονεία που επίσης περνούσε από μπροστά της σε ένα πανέμορφο σκάφος.
«Σε παρακαλώ βοήθησέ με» είπε η Αγάπη.
«Δεν μπορώ να σε βοηθήσω Αγάπη. Είσαι μούσκεμα και θα μου χαλάσεις το όμορφο σκάφος μου» της απάντησε η Αλαζονεία.
Η Λύπη ήταν πιο πέρα και έτσι η Αγάπη αποφάσισε να ζητήσει από αυτή βοήθεια.
«Λύπη άφησέ με να έρθω μαζί σου».
«Ω Αγάπη, είμαι τόσο λυπημένη που θέλω να μείνω μόνη μου» είπε η Λύπη.
Η Ευτυχία πέρασε μπροστά από την Αγάπη αλλά και αυτή δεν της έδωσε σημασία.
Ήταν τόσο ευτυχισμένη, που ούτε καν άκουσε την Αγάπη να ζητά βοήθεια.
Ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή: «Αγάπη, έλα προς τα εδώ! Θα σε πάρω εγώ μαζί μου!».
Ήταν ένας πολύ ηλικιωμένος κύριος που η Αγάπη δεν γνώριζε, αλλά ήταν γεμάτη από τέτοια ευγνωμοσύνη, που ξέχασε να ρωτήσει το όνομά του.
Όταν έφτασαν στην στεριά ο κύριος έφυγε και πήγε στο δρόμο του.
Η Αγάπη γνωρίζοντας πόσα χρωστούσε στον κύριο που τη βοήθησε, ρώτησε την Γνώση:
«Γνώση, ποιος με βοήθησε»;
«Ο Χρόνος» της απάντησε η Γνώση.
«Ο Χρόνος;;» ρώτησε η Αγάπη. «Γιατί με βοήθησε o Χρόνος;»
Τότε η Γνώση χαμογέλασε και με τη βαθιά σοφία της είπε:
«Μόνο ο Χρόνος μπορεί να καταλάβει πόσο μεγάλη σημασία έχει η Αγάπη».

Posted in Αταξινόμητα, ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΙ | 2 Σχόλια

473. When you ‘re smiling

 

Posted in Αταξινόμητα | Σχολιάστε

472. Κόβω το κάπνισμα

1. Καθιερώστε χώρους όπου δεν θα καπνίσετε (λ.χ. μέσα στο σπίτι ή μέσα στο αυτοκίνητο). Κάντε ένα γερό καθάρισμα στους χώρους αυτούς για να αλλάξει η ατμόσφαιρα, η αίσθηση και η μυρωδιά τους.

2. Να καθυστερείτε να ανάψετε το πρώτο πρωινό τσιγάρο.

3. Να σβήνετε τα τσιγάρα πιο μεγάλα απ’ ό,τι συνήθως, αλλά χωρίς να ανάψετε σε συντομότερο χρονικό διάστημα το επόμενο.

4. Κάθε φορά που έχετε επιθυμία για κάπνισμα, να καθυστερείτε να ανάψετε τσιγάρο για μερικά λεπτά.

5. Κάθε φορά που έχετε επιθυμία για κάπνισμα, να πίνετε ένα Συνέχεια

Posted in ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ | 2 Σχόλια

471. Alma Tadema, γυμνό σε ρωμαϊκά λουτρά (181)

Alma Tadema, In the Tepidarium (1881), oil on canvas, 33 cm x 24.2 cm, Lady Lever Art Gallery, Port Sunlight, United Kingdom. Ένα από τα ερωτικότερα έργα του Ολλανδού, ως συνήθως σε ρωμαϊκό μπάνιο, κάτι μεταξύ δημοσίων λουτρών-σάουνας-χαμάμ. Ξαπλωμένη σε ημιάγριο αρκουδοτόμαρο, καλύπτει τη φύση της με φτερό στρουθοκαμήλου, κρατά ένα φαλλικό σύμβολο εν είδει εργαλείου καθαριότητας και η νωχέλεια κατακτά το σύμπαν της των ατμών, αρωμάτων, φαντασιώσεων.

Sir Lawrence Tadema-Alma, "The Baths at Caracalla, 1899, Ιδιωτική συλλογή

Ολλανδός και προορισμένος για συμβολαιογράφος ο Άλμα Ταντέμα (Lawrence Alma Tadema 1836-1912) γλύτωσε. Και από τη σκόνη των υποθηκοφυλακείων αλλά και από την υγρασία των Κάτω Χωρών. Φιλάσθενο παιδί έπεισε τη μητέρα του να του επιτρέψει να ασχοληθεί με ό,τι αγαπούσε περισσότερο, κι η μάνα φοβούμενη πως δεν είχε ζωή ο γιός της, συναίνεσε. Ο μικρός Laurens και πάλι τη γλύτωσε κι έγινε τελικά ένας από τους πλέον διάσημους ζωγράφους του 19ου αιώνα. Στα 1863 πήγε γαμήλιο ταξίδι στη Ρώμη και το μεσογειακό φως μπλεγμένο στα ρωμαϊκά ερείπια τον μέθυσε ανεξίτηλα. Το άρωμα της ξενοιασιάς σε βαθμό χαύνωσης τον ενέπνευσε ακλόνητα στο έργο του και μας παρέδωσε σε ήπια αισθησιακά χρώματα  τις πιο ράθυμες σκηνές της αιωνιότητας.

Αν το Λάτιο ήταν ο σπόρος, η Αίγυπτος κι η αρχαία Ελλάδα έγιναν οι καρποί που τον έτρεφαν ζωγραφικά και τον ανέδειξαν σε έναν από τους σημαντικότερους  Προραφαηλίτες  καλλιτέχνες. Σειρές βραβεύσεων, διακρίσεις από τα τέσσερα Συνέχεια

Posted in Αταξινόμητα | Tagged , , , | Σχολιάστε

470. Vasari, ο τρυφερός πατέρας της Ιστορίας της Τέχνης (180)

Uffizi Gallery, Florence, Italy

Giorgio Vasari 1511-1574

Η φήμη του Giorgio Vasari (1511-1574) και η τεράστια συμβολή του στην Ιστορία της Τέχνης έγκειται στην συγγραφή της εκτενούς συλλογής βιογραφιών καλλιτεχνών της Αναγέννησης με τον τίτλο «Le vite de piu excellenti pittori, scultori e architetti» ήτοι «Οι Βίοι των επιφανέστερων ζωγράφων γλυπτών και αρχιτεκτόνων». Το απολαυστικό αυτό συμπίλημα βασίζεται σε αρχειακό υλικό που ο συγγραφέας συγκέντρωσε από πολλαπλές πηγές, περιέχει δε κατά χρονολογική σειρά τις βιογραφίες των Ιταλών κυρίως μαέστρων από την εποχή του Μεσαίωνα έως και τον 16ο αιώνα.

Οι Βίοι του Βαζάρι είναι σήμερα ο θεμέλιος λίθος για όσους συγκινούνται με τις Καλές Τέχνες είτε σε ερασιτεχνικό είτε σε ακαδημαϊκό επίπεδο. Οι φιλότεχνοι απολαμβάνουν εκεί πολλαπλά ανεκδοτολογικά στοιχεία, συμβάντα αλλά και ευτράπελα που δίνουν περίοπτη εικόνα για το σύνολο των Συνέχεια

Posted in Vasari Giorgio | Tagged , , | Σχολιάστε

469. «Κιβωτός»: ένας τρελόπαπας άλλαξε τον κόσμο

ΚΙΒΩΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ, Ζηνοδώρου 3 & Καλλικλέους, Τ.Κ. 10442 – ΑΘΗΝΑ
ΤΗΛ. & FAX: +30 210 5141935 ΤΗΛ: +30 210 5141953 e-mail: kivotos5@otenet.gr

"Picture Book", Sakai Komako

«…Ήταν το 1998 όταν νεαρός ιερέας μόλις 26 ετών διορίστηκα στον Άγιο Γεώργιο της Ακαδημίας Πλάτωνος. Θέλησαν να γνωρίσω το πραγματικό ποίμνιο, να καταλάβω γιατί τα παιδιά ήταν παραβατικά, γιατί έμεναν στο δρόμο σαν αγρίμια και έμπαιναν σε συμμορίες. Ένα απόγευμα λοιπόν είδα κάποιους εφήβους να παίζουν μπάσκετ. Τους πλησίασα και έπαιξα μπάσκετ μαζί τους φορώντας το ράσο. Ήταν η αρχή του ταξιδιού…»

Έτσι περιγράφει ο πατήρ Αντώνιος την αφετηρία της Κιβωτού του Κόσμου, αυτής μη κερδοσκοπικής οργάνωσης. Τώρα, «πατήρ Αντώνιο» δεν τον λες εύκολα, έναν νεότατο άνθρωπο, αστραφτερό στην αύρα, αντίρροπο στην αυστηρότητα του μαύρου ράσου, και αμέτοχο της θρησκειακής μελαγχολίας που μας συνήθισαν οι επαγγελματίες ιερείς των τελευταίων δεκαετιών. Επίσης δεν τη λες «Μη Κερδοσκοπική Οργάνωση». Μιλάμε για ένα ανθόκηπο του εθελοντισμού, πες την αυγουστιάτικη καταγάλανη παραλία, πες την οικουμενική αγκαλιά της αυταπάρνησης, αλλά μη τη γειώνεις τόσο γραφειοκρατικά ως ΜΚΟ…

«Είχα πείσμα ότι πρέπει να γίνει κάτι στη γειτονιά. Ήταν και δική μου ευθύνη αυτό. Έπρεπε να βγάλει κάποιος το φίδι από την τρύπα…» Γεννιέται λοιπόν η «Κιβωτός του Κόσμου». Για τους περίεργους είναι Μη Συνέχεια

Posted in ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΙ, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ | 17 Σχόλια

468. Perugino, τα κλειδιά της Ώριμης Αναγέννησης (179)

Perugino, "Ο Άγιος Πέτρος και τα Κλειδιά του Παραδείσου", 1482, Καπέλα Σιξτίνα, Βατικανό. Η νωπογραφία αυτή αποτέλεσε καλλιτεχνική τομή για την εποχή της, ιδιαίτερα για την αντιμετώπιση των αρχιτεκτονημάτων και οπωσδήποτε για το προοπτικό βάθος που στα χέρια του 28χρονου ζωγράφου έλαβε χαρακτήρα θετικού αιφνιδιασμού. Σε πρώτο πλάνο ο Πέτρος παραλαμβάνει τα κλειδιά της Πύλης του παραδείσου από τον Ιησού, και αντανακλαστικά και της Εκκλησίας αυτού. Το βατικανό επένδυσε πολλά στα μηνύματα αυτού του έργου, καθόσον ο Πέτρος υπήρξε κι ο πρώτος Πάπας της καθολικής εκκλησίας.

Perugino, "The vision of St Bernard", Μonaco, 1493

Ο Περουτζίνο (“Perugino” με πλήρες όνομα Pietro di Cristoforo Vannoucci, 1450 –  1523) είναι μία από τις πλέον χαρακτηριστικές περιπτώσεις που χρησιμοποιεί η Ιστορία με μάλλον προσχηματικό τρόπο για να χαράξει την οδό έως κάποιο φαινόμενο που καραδοκεί για να εκραγεί.  Δεν μάθαμε το δάσκαλό του ποτέ, αν και ο Πιέρο ντελά Φραντσέσκα φαίνεται να επηρέασε τη μενταλιτέ του ως καλλιτέχνη. Υπήρξε σίγουρα μαθητής του Βερόκιο, ο οποίος φυσικά με τη σειρά του χρίστηκε από την ειμαρμένη να είναι ο άνθρωπος που θα άνοιγε την αυλαία ώστε να εμφανιστεί επί της οικουμενικής σκηνής το άστρο του Λεονάρντο ντα Βίντσι. Αν υπήρξαν και συμμαθητές στο εργαστήρι του Βερόκιο, δεν μπόρεσε να αποδειχθεί.

Είναι ένας ζωγράφος βιρτουόζος, μα ποτέ το πρώτο και άφθαστο βιολί. Εργάστηκε με συνέπεια και σταθερότητα επιμένοντας στο σχέδιο και τη διάπλαση των μορφών. Εργάστηκε στην Καπέλα Σιξτίνα,  με τους Γκιρλαντάϊο και Μποτιτσέλι, τα περισσότερα από τα έργα του όμως δεν Συνέχεια

Posted in Perugino Pietro | Σχολιάστε

467. Δρ. Καλοκαιρινός, ο μυθικότερος Έλληνας της Αυστραλίας

Archie Kalokerinos 1927-2012. Το πλήρες όνομα του είναι Archivides. Κι αν δεν σας θυμίζει κάτι αυτό το όνομα, έχετε δίκιο ! Ο ληξίαρχος του Glen Innes στην Αυστραλία τα έκανε θάλασσα όταν κλήθηκε να αντιγράψει το όνομα Alcibiades... που του έδωσαν οι γονείς του

Μια από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ομογένειας της Αυστραλίας έσβησε, πλήρης ημερών. Πρόκειται για τον Άρτσι Καλοκαιρινό, ο οποίος το 2000 είχε ανακηρυχτεί »Έλληνας του Αιώνα» από την ομογενειακή εφημερίδα Νέος Κόσμος.

Ο Καλοκαιρινός έγινε παγκόσμια γνωστός για τις έρευνές του με αντικείμενο την αποβιταμίνωση των ανηλίκων και τις συνέπειες του τραχώματος και του καταρράκτη. Τα συμπεράσματα των ερευνών του τα κατέγραψε σε ένα βιβλίο με τίτλο »Every Second Child».

Για το βιβλίο αυτό -που ο τίτλος του στα ελληνικά είναι »Κάθε Δεύτερο Παιδί»- ο διακεκριμένος επιστήμονας και τιμηθείς δύο φορές με το βραβείο Νόμπελ, Λίνος Πόλιγκ, έγραψε: »Χιλιάδες βρέφη πεθαίνουν πρόωρα. Το βιβλίο αυτό εξηγεί, ότι ο θάνατός τους οφείλεται στην αποβιταμίνωση και, κυρίως, στην έλλειψη της βιταμίνης C. Η ανακάλυψη του Άρτσι Καλοκαιρινού αποτελεί τεράστια προσφορά στην παγκόσμια υγεία. Κάθε δεύτερο παιδί των ιθαγενών ήταν καταδικασμένο σε θάνατο έως ότου εμφανίστηκε ένας γιατρός, με ανοικτά μάτια, που Συνέχεια

Posted in ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΙ, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ | Tagged | Σχολιάστε

466.»Ονήσιμος»: Κι αν βγω απ΄αυτή τη φυλακή… (178)

PRETI, Mattia, "The Release of St Peter from Prison", Oil on canvas, 181 x 301 cm Akademie der bildenden Künste, Vienna

GOYA Y LUCIENTES, Francisco de, "A Prison Scene" ,1794 , Oil on zinc, 43 x 32 cm, Bowes Museum, Barnard Castle

Σαν βγουν απ΄την φυλακή οι κρατούμενοι βιώνουν νέα δεσμά, το ρατσισμό της προκατάληψης, την καχυποψία και το φόβο, αδυνατώντας να βρουν και τη στοιχειωδέστερη εργασία. Ο «Ονήσιμος» είναι ο φορέας που εθελοντικά τάχθηκε στη φροντίδα των αποφυλακιζομένων. Με την επικαιρότητα σήμερα να βοά από την προφυλάκιση του πρώην υπερυπουργού Άμυνας το μυαλό στράφηκε ασυναίσθητα αλλού, στη λεπτομέρεια των πασχόντων αφού εκπληρώσουν τα προς το νόμο καθήκοντά τους.

Μυριάδες φορές έχει ακουστεί η φράση από τα χείλη υπεύθυνων περί δεύτερης ευκαιρίας. Κι όμως, ειδικά σε μια κατηγορία ανθρώπων, όπως είναι οι αποφυλακισμένοι, κατά κανόνα ποτέ δεν δίνεται αυτή η περίφημη «δεύτερη ευκαιρία»…

Αυτό το νομοθετικό, ηθικό αλλά και κοινωνικό κενό έρχεται να καλύψει ο Σύλλογος Συμπαραστάσεως στους πρώην κρατούμενους «Ο Ονήσιμος». «Στην κοινωνία της απομόνωσης και του φόβου, ας φερθούμε ανθρώπινα και ζεστά στους ανθρώπους που πλήρωσαν για τις πράξεις τους και θέλουν να επανενταχθούν στην κοινωνία. Ας μην ξεχνάμε ότι κάποιοι κρίθηκαν ένοχοι για τις πράξεις τους και τιμωρήθηκαν. Όταν γυρίσουν κοντά μας, ένοχοι θα είμαστε εμείς, αν τους Συνέχεια

Posted in d. Θ Η Σ Α Υ Ρ Ο Ι σκόρπιοι, Goya, Francisco de, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ, ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ, Rembrandt | Tagged , | Σχολιάστε

465. Artemisia, μια ζωγράφος με πάθος (177)

Judith and her maidservant with the head of Holofernes, 1625

Αφού δεν προφτάσαμε Μιλάνο, είμαστε για Παρίσι: Μουσείο Maillol έως 15.7.2012 έκθεση «Αρτεμισία,  η δύναμη, η δόξα και το πάθος μιας γυναίκας ζωγράφου» με 43 δυνατά έργα της. Υπήρξε μία από τις πρώτες γυναίκες ζωγράφους και πάντως η πρώτη με τέτοια κορυφαία επίδοση. Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι (Artemisia Gentileschi 1593 Ρώμη – 1654 Νάπολη) είναι από μόνη της ένας Μπαρόκ σταθμός. Δείτε τώρα πώς μοναδικά περιγράφει η Μαρίνα Λαμπράκη Πλάκα την ζωγράφο με άρθρο της στη φωτεινή σελίδα Aixmi.gr

«… Η Αρτεμισία Τζεντιλέσκι (1593-1653), η ρωμαλέα ζωγράφος του πρώιμου ρωμαϊκού μπαρόκ, έχει γίνει τα τελευταία χρόνια σύμβολο και λάβαρο ενός κραταιού φεμινισμού. Ενός φεμινισμού που δεν στηρίζεται πλέον σε διακηρύξεις, διαδηλώσεις και συνθήματα αλλά σε αποδείξεις της ικανότητας των γυναικών όχι μόνο να δημιουργήσουν αλλά και να κυβερνήσουν. Αρτεμισία… Όχι, δεν πρόκειται για τις ομώνυμες βασίλισσες της Αλικαρνασσού˙ ούτε για τη δεινή «ταξίαρχον» του Ξέρξη στη ναυμαχία της Σαλαμίνας, εκείνη που έκανε τον Μέγα Βασιλέα να αναφωνήσει «οι μεν άνδρες γεγόνασί μοι γυναίκες, αι δε γυναίκες Συνέχεια

Posted in Αταξινόμητα | Tagged | Σχολιάστε

464. Α. Καλαγκός, Δωρεάν καρδιοχειρουργός παιδιών

Ο Αυξέντιος Καλανγκός με τον πρώην αντιπροέδρο της Αμερικής Αλ Γκορ.

Τον έχουν χαρακτηρίσει σύγχρονο ιεραπόστολο της Ιατρικής και όχι άδικα. Δεν τον ενδιαφέρουν, ούτε οι τίτλοι, ούτε τα αξιώματα. Μαθητής του Αλέν Καρπεντιέ και του Μαγκτνί Γιακούμπ, με τον οποίο στη συνέχεια συνεργάστηκε στενά, ο Αυξέντιος Καλανγκός κατέχει διευθυντική θέση στην Καρδιοχειρουργική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Γενεύης. Τι σημασία έχουν όμως όλα αυτά, μπροστά στις 9.000 επεμβάσεις που έχει κάνει την τελευταία δεκαετία σε άπορα παιδιά;

Το 1998, ο Αυξέντιος Καλανγκός ίδρυσε το φιλανθρωπικό ίδρυμα «Coeurs pour tous» (Καρδιές για όλους), και από τότε, πλαισιωμένος από μια ομάδα χειρουργών με κοινά ιδανικά, προσφέρει ανεκτίμητες ιατρικές υπηρεσίες στους ανθρώπους που έχουν την ανάγκη του ανά τον κόσμο.

Αποφοίτησε το 1984 σε ηλικία 23 ετών, από την Αμερικανική Ιατρική Σχολή της Κωνσταντινούπολης, ειδικεύτηκε στη χειρουργική στο Λονδίνο και στη συνέχεια αφιέρωσε πέντε επιπλέον χρόνια σπουδών προκειμένου να αφοσιωθεί στην καρδιοχειρουργική παιδιών και νεογνών στο Παρίσι και στις ΗΠΑ, για να γίνει τελικά τακτικός Συνέχεια

Posted in Αταξινόμητα | Σχολιάστε

463. Άσμα Ασμάτων Τι έρωτας!

Χαρακτικό Τάσσος για το Άσμα Ασμάτων Ξυλογραφία με μελάνι 1965

Ως καλά γνωρίζετε σπάνια προτιμώ ατόφιες αναδημοσιεύσεις. Στην περίπτωση όμως του Άσματος Ασμάτων πώς να αντισταθείς ..!!! Ποίηση Σολομώντα, σε μετάφραση Γιώργου Σεφέρη (ή κατά προτίμηση Μάρκου Γκανή όπως πιο κάτω), σχόλια ταξιδιάρικα και φιλοσοφικά του Χρήστου Γιανναρά… Πώς να μην υποκλιθείς, να μην πελαγοδρομήσεις, να μην αντιγράψεις : άνθρωπος είσαι! Πρόκειται για το ερωτικότερο λένε έργο στην ισόβια λογοτεχνία, το υψηλότατης αισθητικής συμπίλημα λέξεων ανάκατα με ορμές, γεύσεις, φαντασιώσεις, εξάψεις

Λέει ο Μάρκος Γκανής : Όταν για πρώτη φορά διάβασα το ποίημα αυτό στα αγγλικά, από τη μετάφραση που έκανε η ραβίνος Σέφα Γκόλντ, από το εβραϊκό κείμενο, σε κάποια σημεία άρχισαν να βγαίνουν από μέσα μου οι λέξεις μόνες τους. Αποφάσισα λοιπόν να το μεταφράσω ολόκληρο κάνοντας όμως με τον εαυτό μου μια συμφωνία. Όπου το ποίημα αποδίδεται στα ελληνικά έτσι όπως αναβλύζει από μέσα μου δεν θα το αλλάξω κι ας μην είναι η μετάφραση πολύ πιστή.

Το άσμα ασμάτων είναι ένας ύμνος στον έρωτα. Και μάλιστα στον έρωτα έξω από το γάμο και τις κοινωνικές συμβάσεις. Για πολλά χρόνια αποτέλεσε Συνέχεια

Posted in d. Θ Η Σ Α Υ Ρ Ο Ι σκόρπιοι, Γιανναράς Χρ., ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ | Σχολιάστε

462. David Schluss, μοντέρνο χρώμα-αιώνια χαρά (176)

David Schluss "Colorful happiness"

David Schluss, "Galatea"

Δεν υπάρχει πλέον μοντέρνα γκαλερί στον κόσμο που να θεωρείται μετρίως ανεκτή χωρίς να έχει έστω έναν πίνακα του Ντέιβιντ Σλους (David Schluss 1943-). παρότι το τελέντο του αναδύθηκε σε πολύ μικρή ηλικία η οικογένειά του δεν άντεχε το οικονομικό φροτίο να καλύψει τις σχετικές ιδιαίτερες σπουδές. Έτσι μέχρι να λάβει τη σχετική εκπαίδευση φρόντιζε να αυτο-εκπαιδεύει τον εαυτό του με διάφορα πρόχειρα και φτηνά υλικά όπως κάρβουνο μολύβια κλπ, μια περιπέτεια ωστόσο που τον εξοικείωσε θετικά με τα πρακτικότερα ζητήματα της Τέχνης.

Τον επηρέασαν ο Σαγκάλ, ο Μιρό, ο Μποtέρο και στα δικά τους βήματα αναχώρησε από την πατργονική Jaffa για να εγκατασταθεί τελικά σήμερα στην Αμερική. Στο Μόντρεαλ του Καναδά είχαν μετανατεύσει γύρω στα 1970 με τους γονείς του όταν και φοίτησηε στη σχολή καλών Τεχνών του πανεπιστημίου Sir George Συνέχεια

Posted in Αταξινόμητα | Tagged , | Σχολιάστε