384. Gustav Klimt: Έρως και Τρόμος (136)

Gustav Klimt : Υγεία - Medicine. Το έργο ολοκληρώθηκε στα 1907 για το Πανεπιστήμιο της Βιέννης μα καταστράφηκε στο πολεμικό 1945. Η αντίστοιξη του θανατικού με το υγιές προκαλεί δέος, συναρπάζει η ισορροπία της αμάχης.

Gustav Klimt Judith and Holofernes. Η εβραία ηρωίδα μόλις έχει αποκεφαλίσει τον φιλισταίο στρατηγό, και κραδαίνει εντελώς φυσιολογικά το αποκομμένο κρανίο. Η γυμνή καλλονή των χρυσοποίκιλτων διακοσμήσεων αγκαλιά με το φρικαλέο ερείπιο μιας σφαγμένης ζωής

Υπάρχει κάτι ανεξήγητο στην έλξη των ανθρώπων προς το φρικτό, το αποτρόπαιο, το αιματηρά ανατριχιαστικό, το κολασμένα άσχημο. Το ψαχουλεύουν, στέκουν στο τροχαίο να δουν τον αποκεφαλισμένο οδηγό, γυρεύουν να πιτσιλιστούν από το αίμα του ηττημένου μποξέρ. Στη θηριωδία της κηδείας αναζητούν με πάθος το κλαμένο βλέμμα των συντριμένων θυγατέρων, στο θρίλερ της Παρασκευής αγκαλιάζουν τον ώμο του αγαπημένου αλλά με τα μάτια μισόκλειστα προσμένουν τον αιφνίδιο τρόμο. Αν δεν δεν δούμε κατάφατσα τον κατάδικο, τον συλληφθέντα, το δολοφόνο, δεν ησυχάζουμε.

Ο πολύς Σίλερ (στο «Περί της Τραγικής τέχνης, 1792) έλεγε -κατά τον Ουμπέρτο Έκο στην Ιστορία της Ασχήμιας σελ. 282- πως «είναι ένα γενικό φαινόμενο να μας τραβάει με ακατανίκητη μαγεία το θλιβερό, το φοβερό, το φρικτό, να νιώθουμε απώθηση αλλά και εξίσου δυνατή έλξη από την παρουσία της συμφοράς, της φρίκης«. Καταβροχθίζουμε με απληστία ιστορίες με φαντάσματα, ικανές να μας κάνουν να ανατριχιάσουμε σύγκορμοι. Ανάλογα όλα του γοτθικού μυθιστορήματος, που παρεμβάλει στην οπτασία της ανάγνωσής μας τα έρημα κάστρα αναδυόμενα στην κατάψυχρη ομίχλη, ρημαγμένα μοναστήρια με ήχους απόκοσμους και σκιές φόβιες, τρομακτικά υπόγεια με εγκλήματα βασανιστικά, διαβολικές παρουσίες σωμάτων που σήπονται, ο ζόφος κι η μοχθηρία του παραναλώματος αποκτούν της άγριας ομορφιάς την ανωμαλία. Ο ίδιος ο Κάντ υποστήριζε ότι «..η ασχήμια που προκαλεί απέχθεια δεν μπορεί να απεικονιστεί χωρίς να καταστρέψει κάθε αισθητική ευαρέσκεια, εκτός κι αν , εκτός κι αν ο ρομαντισμός ξεκλειδώσει τούτα τα όρια..» Έτσι άλλωστε φτάνει ο Βίκτωρ Ουγκό να μας συναρπάζει με τον αγαπηθέντα κακάσχημο Κουασιμόδο, έτσι η λαίδη Ζοσιάν ποθεί τον δύσμορφο Άνθρωπο που Γελά.

Gustav Klimt "Silverfish" ή "Water Nymphs" 1899, ιδιωτική συλλογή. Αλληγορίες, εξωτισμός, συμβολισμοί ερωτικών νύξεων κατά τον Φρόυντ. Όλα μαζί σε μια βυθισμένη σιωπή, απνευστί, στο πράσινο του έλους όπου ξεκίνησε η ζωή των μυκήτων, όπως άρχισαν οι ζωές μας κι όπως ίσως καταλήξουν

Έτσι και στον έρωτα, παρόμοια και στην Τέχνη, έτσι κι ο τρελαμένος Βιεννέζος Γκούσταφ Κλιμτ δεν μας αφήνει σε ησυχία. Ακροβατεί σε πολυάριθμα έργα του ανάμεσα στο απεχθές και το ποθητό, ισορροπεί στα όρια του δαίμονα με τον άγγελο, στο βρωμερό γήρας με τη σφύζουσα ακμή. Υπαινιγμοί και καχυποψίες προκύπτουν μέσα από τα βλέμματα των γυναικών του Κλιμτ, μας συγκινεί η ιδιαιτερότητα, το απόκοσμο, το εξωφρενικό, το ανερμήνευτα σκοτεινό, το αινιγματικά φωτεινό προς το άγνωστο. Κι επειδή μιλούσα με το φίλο μου το Μήτσο προχθές για το πώς γερνάμε έτσι γοργά, μας πήρε λίγο από κάτω, οκ και η μελαγχολία  μέσα στο παιγνίδι είναι, θυμήθηκα τον Χένρι Ράιντερ Χόγκαρντ ΕΚΕΙΝΗ, 1887:

» …η πύρινη στήλη άρχισε να περιστρέφεται αργά γύρω απ’ τον εαυτό της και χάθηκε αντηχώντας στα άγνωστα έγκατα της απέραντης γης, αφήνοντας την Αγιέσα όρθια εκεί που ήταν. Μόλις χάθηκε η φλόγα ΕΚΕΙΝΗ επέστρεψε μπροστά στον Λίο. Το βήμα της όμως είχα χάσει κάθε ελαστικότητα κι έτεινε το χέρι της για να το ακουμπήσει στον ώμο του νέου. Κοίταξα εκείνο το χέρι. Τι είχαν απογίνει οι καμπύλες του, η θεσπέσια ομορφιά του ; Γινόταν αδύνατο, κοκκαλιάρικο, και το πρόσωπό της  -Θεέ και Κύριε!-  το πρόσωπό της γερνούσε μπροστά στα μάτια μου… Ήταν αλήθεια πως χάνω τις αισθήσεις μου ακόμη και τώρα που το γράφω. Συρρικνωνόταν. Το χρυσό φίδι που έζωνε το όμορφο κορμί της είχε γλιστρύσει στα πλευρά της κι ήταν πεσμένο κάτω. Γινόταν όλο και πιο μικρή. Το δέρμα της άλλαζε χρώμα και η αλλοτινή της άψογη λευκότητα τώρα είχε γίνει καφετί στο χρώμα της βρώμας και κίτρινη σαν πολυκαιρισμένη περγαμηνή. Έφερε ξανά το χέρι της στο κεφάλι, εκείνο το λεπτό χέρι δεν ήταν παρά το νύχι ενός αρπακτικού, ένα ανθρώπινο γαμψό νύχι σαν αιγυπτιακής κακοσυντηρημένης μούμιας. Και τότε φάνηκε να συνειδητοποιεί τη μεταμόρφωσή της και ούρλιαξε …ω, πώς ούρλιαζε! Το δέρμα της είχε σταφιδιάσει και στο αγνώριστο πρόσωπό της έβλεπες τα ανείπωτα γηρατειά να αφήνουν το στίγμα τους. Πότε στη ζωή μου δεν έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο […]

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΣ

This entry was posted in Klimt Gustav and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s