379. Έρωτας στα χρόνια του Μάρκες

Gabriel Garcia Marquez. Γεννήθηκε το 1928 στην Αρακατάκα της Κολομβίας και μάλλον θα πεθάνει, μάλλον πλήρης ημερών, μάλλον από καρκίνο των λεμφαδένων

Σεναριογράφος, διηγηματογράφος, δημοσιογράφος, μυθιστοριογράφος, και βάλε, ο μέγας νομπελίστας Κολομβιανός Μάρκες έχει χαράξει την ψυχοσύνθεση πολλών μετρίων σαν κι εμένα. Από τη μία η ξεκλειδωτική κατακλυσμιαία ροή του λόγου, κι απ΄την άλλη η ανεπαίσθητη ειρωνεία για τα της καθημερινότητας που μας τα παρέχει με μια μεταφυσική,  εντελώς αφοπλιστική. Απομυθοποιεί, αποσυντηρεί, ακτινογραφεί και γλεντάει με τους κρυμένους μας εαυτούς, λες ο μπαγάσας κι ήταν εκεί όταν θάβαμε τις ατέλειές, τις φαντασιώσεις ή τις πατριδογνωσίες μας.

«…Ο Φλορεντίνο Αρίσα γνώριζε από τα δρομολόγια των πλοίων πότε μπορούσε να την επισκεφτεί και πήγαινε πάντα χωρίς καμία προειδοποίηση, την ώρα της μέρας ή της νύχτας που ήθελε και δεν υπήρκε ούτε μία φορά που εκείνη να μην τον περιμένει. Δεν τον άφηνε να κάνει ούτε βήμα χωρίς να του βγάλει τα ρούχα, γιατί πάντα πίστευε πως ήταν γρουσουζιά ένας ντυμένος άντρας μες στο σπίτι. Αυτό ήταν κι η αιτία για συνεχείς καυγάδες με τον καπετά Ροσένδο δε λα Ρόσα, αφού εκείνος πίστευε στην πρόληψη πως έφερνε κακοτυχία να καπνίζει κανένας τσίτσιδος και μερικές φορές προτιμούσε να καθυστερεί τον έρωτα μέχρι να τελειώσει το αιώνιο κουβανέζικο πούρο του.

Αντίθετα, ο Φλορεντίνο Αρίσα είχε ιδιαίτερη κλίση στις ομορφιές της γύμνιας κι εκείνη του έβγαζε τα ρούχα με ιδιαίτερη ευχαρίστηση, αμέσως μόλις έκλεινε την πόρτα, χωρίς να προλάβει ούτε να τη χαιρετήσει, ούτε να βγάλει το καπέλο και τα γυαλιά, δίνοντας και παίρνοντας τα φιλιά ένα ένα στη σειρά και ξεκουμπώνοντας τα κουμπιά του από κάτω προς τα πάνω, πρώτα στο παντελόνι, ένα κουμπί μετά από κάθε φιλί, ύστερα την αγκράφα της ζώνης του, και τελευταία του γιλέκου και του πουκαμίσου, ώσπου τον άφηνε ανοιχτό από πάνω ως κάτω σαν καθαρισμένο ψάρι.

Ύστερα τον κάθιζε στο σαλόνι και του έβγαζε τις μπότες, του τραβούσε το παντελόνι από τους μηρούς για να βγάλει μαζί και το μακρύ σώβρακο ως τους αστραγάλους και τελευταία του ξεκούμπωνε τις ελαστικές καλτσοδέτες και του έβγαζε τις κάλτσες. Ο Φλορεντίνο Αρίσα σταματούσε τότε να δίνει και να παίρνει φιλιά για να κάνει το μόνο που του αναλογούσε σ’ εκείνη, την ίδια πάντα, τελετή: ξεκούμπωνε το ρολόι με τη χρυσή καδένα από την κουμπότρυπα του γιλέκου, έβγαζε τα γυαλιά του, και τά ‘βαζε και τα δύο μέσα στις μπότες του για να είναι σίγουρος πως δε θα το ξεχάσει. Έπαιρνε πάντα αυτή την προφύλαξη ιδιαίτερα όταν ξεντυνόταν σε ξένο σπίτι.

Δεν προλάβαινε καλά καλά να τ΄αφήσει, όταν δεχόταν την επίθεσή της χωρίς να του δώσει καιρό για τίποτα, σ’ εκείνο τον ίδιο καναπέ, όπου μόλις τον είχε ξεντύσει και μερικές μόνο φορές στο κρεβάτι. Του έμπαινε από κάτω κι έκανε όλα τα δικά του δικά της, κλεισμένη στον εαυτό της, ψηλαφίζοντας με κλειστά μάτια μέσα στο απόλυτο εσωτερικό της σκοτάδι, προχωρώντας από εδώ, πισωγυρνώντας, διορθώνοντας την αόρατη κατεύθυνσή της, επιχειρώντας να πάρει άλλο δρόμο πιο έντονο, άλλον τρόπο για να προχωρήσει χωρίς να εξοκείλει στις αλυκές της γλίτζας που έρεε από την κοιλιά της, ρωτώντας κι απαντώντας μόνη της μ’ ένα ζουζούνισμα αλογόμυγας στην τοπική της διάλεκτο, όπου βρισκόταν εκείνο το κάτι μες στο σκοτάδι, που μόνον εκείνη γνώριζε κι επιθυμούσε, μόνο για εκείνη, ώσπου υπέκυπτε χωρίς να περιμένει κανέναν, γκρεμιζόταν μόνη της στην άβυσσό της με μία εύθυμη έκρηξη ολοκληρωτικής νίκης που έκανε τον κόσμο να τρέμει. Ο Φλορεντίνο Αρίσα απόμενε εξουθενωμένος, ελλιπής, να πλέει στη λιμνούλα από τον ιδρώτα τους, αλλά με την εντύπωση πως δεν ήταν παρά ένα όργανο ηδονής. Έλεγε: «Με μεταχειρίζεσαι σαν να είμαι ένας οποιοσδήποτε.» Εκείνη ξέσπαγε σε ασυγκράτητα γέλια κι έλεγε: «Αντίθετα, σε μεταχειρίζομαι σαν να μην είσαι κανένας».

Όμως εκείνος, έμενε με την εντύπωση πως του τα έπαιρνε όλα με μια πρόστυχη απληστία και ξαναβρίσκοντας την περηφάνειά του έβγαινε από το σπίτι με την απόφαση να μην ξαναγυρίσει. Ξαφνικά όμως, ξυπνούσε μες στη νύχτα χωρίς λόγο, με την τρομερή διαύγεια της μοναξιάς κι η ανάμνηση του εγωιστικού έρωτα της Αουσένσια Σανταντέρ του αποκαλυπτόταν ακριβώς όπως ήταν : μια παγίδα της ευτυχίας που απεχθανόταν κι επιθυμούσε ταυτόχρονα, αλλά από την οποία ήταν αδύνατο να ξεφύγει.

ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΣ  -αντιγραφή από το «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας» Gabriel Garcia Marquez, έκδόσεις «Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη» 1986, σελ 244-245

This entry was posted in Μάρκες, Γκαμπριέλ Γκαρσία and tagged . Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s