337. Duccio, κλειδοκράτορας της Σιένα (116)

Duccio, "Rucellai Madonna", 1285, σήμερα Uffizi Gallery, Florence. Η αυθεντική της επωνυμία ήταν "Madonna and Child", αλλά καθώς βρισκόταν στο παρεκκλήσι της πλούσιας οικογενείας των Ρουτσελάι μέσα στη Δομινικανική εκκλησία της Sta Maria Novella, διατήρησε από εκεί το νέο της τίτλο. Ο Duccio έλαβε ως αμοιβή "150 lire of small florins", όπως περιγράφει το διασωθέν συμβόλαιο.

Θεμελιωτής της δυτικοευρωπαϊκής ζωγραφικής ο Ντούτσιο ντι Μπουονινσένια (Duccio di Buoni­nsegna, Σιένα 1255 – 1319), ήταν μια πολύ δυναμική φυσιογνωμία της εποχής του. Δεν πλήρωνε πρόστιμα, του επιβλήθηκε ποινή για παραβίαση της απαγόρευσης νυχτερινής κυκλοφορίας, καυγάδιζε με τους αξιωματούχους, απέφυγε να καταταγεί στο στρατό. Ο μόνιμα φορτισμένος καλλιτέχνης θεωρείται ο σπουδαιότερος ζωγράφος της Σιένα κατά τον 13ο αι. και από τους μεγαλύτερους της προαναγεννησιακής εποχής.

Αν ο Τζιόττο είναι ο 1ος δημιουργός της νεώτερης Τέχνης, τότε σίγουρα ο Ντούτσιο είναι ο τελευταίος καλλιτέχνης της αρχαιότητας. Μερικοί από τους αγγέλους του θυμίζουν Αγια-Σοφιά. Οι γέροι του είναι απόγονοι σε ευθεία γραμμή των φιλοσόφων της Αλεξάνδρειας. Θα συνδυάσει άριστα τη γαλλική γοτθική μικρογραφία με τη βυζαντινή παράδοση. Αποφεύγει τις συγκρούσεις, δεν θέτει διλήμματα, φροντίζει με γλύκα να επικρατήσει μια υπερβατική ηρεμία.

Το πρώτο χρονολογημένο έργο του που έχει σωθεί, είναι η περίφημη Παναγία Ρουτσελάι (1285, Πινακοθήκη Ουφίτσι, Φλωρεντία). Η θρυλική αυτή Madonna παρουσιάζει μεγάλες ομοιότητες με την τεχνοτροπία του δασκάλου του Cimambue. Αποτελεί ένα θεμελιώδες έργο για την εξέλιξη της τέχνης του αλλά και για την ιστορία της μεσαιωνικής τέχνης, που προοριζόταν για τη Σάντα Μαρία Νοβέλα της Φλωρεντίας. Στο έργο αυτό τα βυζαντινά, καθώς και τα εμπνευσμένα από τον Τσιμπαμπούε στοιχεία, απαλύνονται από τη λεπτή ευαισθησία και το φωτεινό χρώμα του Ντούτσιο και ερμηνεύονται με προσωπικό τρόπο, που τείνει προς μια αφηγηματική γλυκύτητα. Το Μουσείο Ουφίτσι έθεσε τις δύο Παναγίες (των Τσιμαμπούε και Ντούτσιο) πλάι – πλάι. Είναι εύγλωττο πόσο ο μαθητής Ντούσιο απομακρύνεται από τις βυζαντινές “άγκυρες” : Αποφεύγει τις ραβδώσεις στα ρούχα, τα χρώματα γίνονται τρυφερότερα και ποικιλέστερα, η έννοια «χώρος» γίνεται πεδίο ερεύνης και όχι απαγορευμένος καρπός.

Duccio, "Maesta", 1308-11, Museo dell' Opera del Duomo, Siena. Οι ντόπιοι Σιενέζοι, βαθειά θρησκευόμενοι και λάτρεις της Μεγαλόχαρης, θεωρούσαν πως η Παναγία με τους Αγίους ήταν οι ιεροί προστάτες της πόλης τους. Εξάλλου η Σιένα έμεινε στην ιστορία ως και η "Vetusta Civitas Virginis", ήτοι The Ancient City of Virgin. Όταν ο καλλιτεχνικός ήρως της πόλης ολοκλήρωσε το θαύμα του, η τελετή εγκατάστασης του τεράστιου εικονίσματος στο ναό, έγινε με μεγαλόπρεπη λιτανεία καταμεσήμερα της 9ης Ιουνίου 1311, διασωθείσας πλήρως της σχετικής περιγραφής για το παραληρούν πλήθος των πιστών.

Το άλλο μεγάλο έργο του είναι φυσικά η μυθική πια “Maesta”, η “Μεγαλειώδης”. Το έργο προοριζόταν για την κεντρική Αγία Τράπεζα της μητρόπολης της Σιένα (1308-11) ενώ σήμερα βρίσκεται στο Μουσείο της Μητρόπολης. Έργο γιγαντιαίων διαστάσεων και ανάλογης πνοής, ζωγραφισμένο στις δύο όψεις, παρουσιάζει εμπρός την Παναγία ένθρονη με το Βρέφος, περιστοιχισμένη από αγγέλους και αγίους, και στην πίσω όψη είκοσι έξι σκηνές από τον βίο του Χριστού και της Παναγίας. Η Μαεστά συμπληρωνόταν από τη στέψη και τη βάση -predella (από τις σκηνές της βάσης, οκτώ βρίσκονται διασκορπισμένες σε μουσεία της Νέας Υόρκης και της Ουάσινγκτον). Την ιεροσύνη και την επισημότητα της μετωπικής σύνθεσης, όπου η βυζαντινή παράδοση διατηρείται στην απουσία του συγκεκριμένου χώρου και του βάθους, διαδέχονται τα ζωηρά συναισθήματα και η αφήγηση, που τοποθετεί τις μορφές σε έναν χώρο λιγότερο αφηρημένο και πιο φυσικό, χαράζει τις γραμμές των εσωτερικών χώρων με στοιχειώδη προοπτική και εκφράζει τους εξωτερικούς χώρους με βραχώδη τοπία που εναλλάσσονται με σκοτεινά και πυκνά δέντρα.

"Η είσοδος στα Ιεροσόλυμα", πίσω όψη της Maesta του Duccio. Παρατηρήστε πόσο φυσικά καταγράφονται οι κάτοικοι, με τις ελεύθερες χειρονομίες, κρεμασμένοι σε δένδρα, ξεπροβάλοντας από παραθύρια κλπ. Παράλληλα ο Ντούτσιο μας δίνει μια ρυμοτομία της Ιερουσαλήμ με βάση τα χαρακτηριστικά της Σιένα, γεγονός που ενθουσίασε τους πιστούς.

Πράγματι η πίσω όψη της Maesta, λαμπρύνεται από ένα πάνελ δεκάδων εικόνων, που αλλού δείχνουν τον εκλεπτυσμό ενός μινιατουρίστα, αλλού τις ευαισθησίες ενός τοπιογράφου, κι αλλού τα προσωπικά στοιχεία μια ασυμβίβαστης ζωγραφικής (οι ήρωες σπάνια πατούν γερά στη γη, συνήθως ακροβατούν σε κεκλιμένα εδάφη που υπονοούν την ροπή προς την πτώση…) Ο Ντούτσιο συναγωνίστηκε ανεπιτυχώς τον Τζιότο, αλλά αν μη τι άλλο δεν ήταν λιγότερο δραματικός. Θα έλεγε κανείς πως ειδικά όταν εικονίζει όχλο, όταν μεταφράζει το συναίσθημα ως πηγή αντιπαράθεσης, όταν αποτυπώνει  χειρονομίες και βλέματα σε close-up, είναι κορυφαία αξεπέραστος.

xartografos

Advertisements
This entry was posted in Duccio. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s