289. Rembrandt, ο θεός του 17ου αιώνα (100)

Rembrandt, The Jewish Bride - Η εβραία νύφη, 1665. Όταν το 1885 ο Βαν Γκογκ αντίκρυσε τούτο το αριστούργημα στο Κρατικό Μουσείο του Άμστερνταμ είπε στο φίλο του Anton Kerssemakers : Θα έδινα δέκα χρόνια απ' τη ζωή μου να μπορέσω να περάσω δεκαπέντε ημέρες μπροστά σ' αυτόν τον πίν ακα τρώγωνας μόνο ξερό ψωμί.

Rembrandt, Danae-(detail-1)-1636-47

Όσο περισσότερο μελετά κανείς τον Ρέμπραντ τόσο βαθύτερα χάνεται σε ανερμήνευτες αντιφάσεις. Η μεγαλύτερη ίσως ζωγραφική ιδιοφυΐα του 17ου αιώνα σε ρόλους δασκάλου, συλλέκτη, εμπόρου, επέδειξε πέρα από ερωτηματικά για την τελική του οικονομική αποτυχία και μια ανεπανάληπτη τεχνική στην παλέτα που ακόμη δεν μπορεί να επεξηγηθεί. Ποιος ήταν εν τέλει αυτός ο πρώτος των πρώτων Ολλανδός ;

Ο μοναχογιός Rembrandt van Rijn γεννήθηκε την 15.7.1606 κι ήταν γιος εύπορου μυλωνά που φρόντισε αμέσως την καλλιέργεια της παιδείας για το βλαστάρι του. Όταν προέκυψε η κλίση του για τα εικαστικά τον προώθησε δίχως δεύτερες σκέψεις στο Άμστερνταμ

Rembrandt, Hendrickje bathing in a river, 1654

και το εκπληκτικό ταλέντο άρχισε με ραγδαίο ρυθμό να αναδύεται στον κόσμο της αναγνώρισης. Εκεέι εγκαταστάθηκε ήδη από τα 25 του και με σοβαρότητα κι ενθουσιασμό ο καλλιτέχνης από τα πρώτα κιόλας έργα χάρηκε τη ζεστασιά του κόσμου που τον πίστεψε και τον ανέδειξε στον -μακράν- κορυφαίο ζωγράφο της εποχής του και μεταξύ των αξεπέραστων αστέρων του διαχρονικού στερεώματος.

Ο Ντελακρουά του ρομαντισμού είχε ενσυνείδητα δηλώσει πως «…ίσως ανακαλύψουμε κάποτε ότι ο Ρέμπραντ είναι πολύ μεγαλύτερος ζωγράφος από το Ραφαήλ…». Όσο κι αν φαίνεται παράξενο, ο διάλογος μιας μοναχικής ψυχής με το Θεό, ανταποκρίνεται σε μια πηγαία ανάγκη του, στο αίτημα κάθε ανθρώπου για επικοινωνία. Κι ο Ρέμπραντ το είχε καλά καταλάβει αυτό, τούτη την αρχή δεν την παρέλειψε ποτέ,

Rembrandt, Jeremiah mourning over the destruction of Jerusalem, 1630

ειδικά στα γεράματά του όταν πολύς και αναγνωρισμένος, συχνωτίζονταν μόνο με τον απλό κόσμο τους φτωχούς και τους βιοπαλαιστές, χωρίς πομπώδεις ιλαρότητες και ξεπεσμούς της ματαιότητας.

Όταν οι θεωρητικοί του 19ου αιώνα (Konrad Fiedler) ισχυρίζονταν πως «…οι μεγαλοφυΐες εμφανίζονται ξαφνικά… η μεγαλοφυΐα δεν έχει προδρόμους», δεν είχαν καθόλου δίκιο. Μια μοναδική φυσιογνωμία όπως ο καλλιτέχνης μας βασίστηκε εξίσου, όσο και οποιοσδήποτε ζωγράφος της εποχής του, σε ολόκληρη σειρά από πρότυπα, από τα οποία και άντλησε αποφασιστικής σημασίας εικαστικές αντιλήψεις. Και μάλιστα δίχως αυθαιρεσίες συνέχισε κοινή πορεία με τους προσανατολισμούς των συγχρόνων του. Μάλλον εύκολα όσο και εύστοχα θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε τον Ρέμπραντ έναν άξιο βορειοευρωπαίο επίγονο του Καραβάτζιο.

Rembrandt, The Nightwatch 1642 - Νυχτερινή Περίπολος. O πλήρης τίτλος είναι "Η έξοδος του λόχου των τυφεκιοφόρων του λοχαγού Frans Banningh Cocq". Φυλάσσεται στο Κρατικό Μουσείο του Άμστερνταμ, και πρόκειται για ένα από τα πιο φημισμένα έργα του Ρέμπραντ, ενώ συγκαταλλέγεται μεταξύ των πλέον αναγνωρίσιμων στην παγκόσμια ζωγραφική. Ο πίνακας υπέστη πολλές φθορές, αν και αρχικά είχε επιστρωθεί με ένα προστατευτικό παχύ βερνίκι το οποίο έδιδε και όλο το νυχτερινό άρωμα. Όταν ωστόσο το 1940 το βερνίκι αφαιρέθηκε, προέκυψαν τα λαμπερά χρώματα που απολαμβάνουμε. Το 1715 βάνδαλοι είχαν κόψει στα τρία τον πίνακα για να χωρέσει στις επιδιώξεις τους αλλά η επανασυγκόλληση πέτυχε. Τέλος το 1975 ένας άνεργος εκπαιδευτικός όρμησε στον πίνακα και του κατάφερε μερικές βαθιές χαρακιές, των οποίων -παρά την επιμέλεια των συντηρητών- τα ζιγκ ζαγκ είναι ακόμη ορατά.

Evangelist Matthew and the Angel,1661

Εργατικός και συνεπαρμένος με την τέχνη του παντρεύτηκε μια πλούσια κοπέλα, η οποία χάθηκε νέα κληροδοτώντας τον εκτός από ένα γιο, και μια σημαντική περιουσία την οποία όμως ο χήρος δεν μπόρεσε να διαχειριστεί σωστά. Μέσα σε 10-15 χρόνια τα έχασε όλα, κατασχέθηκαν το σπίτι και τα έργα του, μάλιστα δε η σύντροφος που είχε εν τω μεταξύ προκύψει μαζί με τον γιό του φρόντισαν και βρήκαν το νομικό παράθυρο ώστε να τον προσλάβουν ως «υπάλληλο». Έτσι η παραγωγή των έργων θα ανήκε πλέον σε μία εταιρία η οποία δεν είχε οφειλές.

Παρότι δεν είχε και το ομορφότερο πρόσωπο του κόσμου, ήταν απόλυτα ειλικρινής στα

Rembrandt, Jan Six, 1654

δεκάδες έργα της αυτοπροσωπογραφίας του. Σε αυτή του εξάλλου την ειλικρίνεια,  χρωστάμε πως έπειτα από λίγο, σταματάμε να αναζητούμε την ομορφιά, κι αρκούμαστε στην οικειότητα, βλέπουμε πως πρόκειται για έναν πραγματικό άνθρωπο. Άφησε μεγάλες προσωπογραφίες, αγίων και ασημότερων με ζεστασιά, καθημερινών ή σημαντικότερων ηρώων που βγάζουν ακέραια την ανάγκη τους να μιλήσουν, να κατανοηθεί η μοναξιά ο πόνος η καρδιά τους. Από τη Βίβλο ως to Γδαρμένο Βόδι (Flayed Ox) μίλησε ανοικτόκαρδα χωρίς υποκρισίες. Υποστήριζε με πάθος πως μόνον ο καλλιτέχνης έχει το δικαίωμα να κρίνει, μόνος ο ίδιος του, αν και πότε το έργο του είναι τελειωμένο : «…όταν έχει πετύχει το σκοπό του…» είπε, κι έτσι άφησε το χέρι του Γιαν Σιξ μέσα στο γάντι απλώς σκιτσαρισμένο.

Δεν χρειάστηκε χειρονομίες ή θεατρικότητες για να αποδώσει τα εσωτερικά νοήματα των σκηνών του. Χρησιμοποιώντας λιγότερο φωτεινά χρώματα, αφήνει μια αφηρημένη διατύπωση πως το κεντρικό χρώμα είναι ένα βαθύ καφετί. Οι σκούροι τόνοι όμως, δίνουν ακόμη πειστικότερη έμφαση στην αντίθεση των λιγοστών φανταχτερών εκρήξεων. Έτσι, το φως σε μερικά έργα του μοιάζει εκτυφλωτικό. Πεισμωμένος να αποδώσει τη δραματικότητα κάποιων σκιών επιδόθηκε ασίγαστα στο μόχθο της μαγικής αντίθεσης ανάμεσα σε φως και σκιά.

Christ preaching, O Χριστός διδάσκων, 1652. Απολαύστε το αδιάφορο μωρό που παίζει μπρούμυτα, και -φυσικά- κάτω δεξιά, το μυθικό γέρο καθισμένο χαμαί, με το χέρι στο σαγόνι και το βλέμα στο παρελθόν ίσως, ίσως στο θάνατο που δεν αργεί... Σε τρεις χαραγματιές του Ρέμπραντ η μισή χριστιανική διδασκαλία!

Self Portrait (detail),1659. Οι πολύξεροι κριτικοί έριξαν την χολή τους λέγοντας πως το χρώμα ήταν τόσο παχύ και σε τόσο άτεχνα επικαλυμένα στρώματα, που θα μπορούσε κανείς να σηκώσει τον πίνακα πιάνοντας το Ρέμπραντ από τη μύτη...

Εκτός από χρωματουργός όμως ήταν και δεινός χαράκτης, κυρίως απορροφημένος από την οξυγραφία. Η ευγένεια της αλήθειας στα χέρια του κέρδιζε το μάταιο κυνήγι της ομορφιάς, οι πεινασμένοι του Ρέμπραντ οι εξαθλιωμένοι, η πείνα και τα δάκρυα δεν έχουν ομορφιά. Φυσικά, όπως λέει κι ο Γκόμπριτς, εξαρτάται από το τι θεωρούμε ομορφιά. Ένα παιδί συχνά θεωρεί το καλοσυνάτο ρυτιδιασμένο πρόσωπο της γιαγιάς του το πιο όμορφο πρόσωπο επί γης, ομορφότερο κι από της σέξυ στάρ του κινηματογράφου. Με τον ίδιο τρόπο μπορεί κανείς να υποστηρίξει πως ο τσακισμένος γέροντας στη δεξιά μεριά της οξυγραφίας, που ζαρωμένος έχει αφαιρεθεί στις σκέψεις του, συγκαταλέγεται σε μία από τις πιο ωραίες μορφές του Ρέμπραντ και της παγκόσμιας τέχνης.

xartografos

Advertisements
This entry was posted in Rembrandt. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s