261. Munch, υπέροχες κραυγές ενός αρρώστου (84)

Melancholy 1985

Puberty, 1894. Η γλυκειά εφηβεία με τι δυσκολίες της σαν τρομακτική σκιά πίσω δεξιά

Ό,τι έχει υπάρξει για τη γαλλική τέχνη ο Σεζάν, άλλο τόσο έχει προσφέρει στο γερμανικό εξπρεσσιονισμό ο Έντουαρντ Μούνκ (Edvard Munch 1863-1944). Επηρεάζει προδρομικά αυτός ο  Νορβηγός όλους σχεδόν τους κεντροευρωπαίους καλλιτέχνες με τη βόρεια ευαισθησία και την πνευματικότητά του. Η δυστυχισμένη ιστορία του αναμφίβολα τον σημάδεψε κι αποτυπώθηκε στο έργο του. Ορφάνεψε από μάνα μόλις πέντε χρονών, χάνει επίσης μία συνομίληκη αδερφή που λάτρευε, τη Σοφία απο φυματίωση ενώ ήταν δεκατρία, χάνει επίσης έναν μικρότερο αδελφό Ανδρέα, ενώ κι η μικρότερη αδερφή του Λώρα-Αικατερίνη πάσχει από σχιζοφρένεια. Ο ίδιος ένα παιδί φτωχικό και φιλάσθενο αποφασίζει ν’ ασχοληθεί με την τέχνη σε εποχές όπου έλειπαν ακόμη και τα απαραίτητα του βίου. Στα 17 του εγγράφεται στη σχολή του Christian Krohg και αρχίζει ένα ταξίδι με μεγάλες δυσκολίες. Ήδη άλλωστε το 1907 μέσα στα βάσανα επιβίωσης, περιπλάνησης, και πνευματικής αναζήτησης, υφίσταται μια νευρική κρίση που του κληροδοτεί μια έντονη καταθλιπτική συμπεριφορά, η οποία δεν θα τον αφήσει ποτέ πια.

Η κραυγή 1893, The scream. Tο πλέον διάσημο έργο του Μουνκ, με ένα από τα φοβερότερα ερωτηματικά της Τέχνης του αιώνα : Γιατί άραγε μια τέτοια φρικιαστική κραυγή;

Έχοντας από τη νηπιακή του κιόλας ηλικία γνωρίσει –στο στενό οικογενειακό του περιβάλλον– την αρρώστια, το θάνατο και κάθε λογής κακουχίες, ο Μουνκ είχε γίνει, κατά κάποιο τρόπο, εμβληματικά πασίγνωστος ακόμη και στους λιγότερο εξοικειωμένους με την τέχνη θεατές, μέσ’ από δύο κατεξοχήν επικοινωνιακά έργα του: την «Κραυγή» (1893) και τη «Μαντόνα» (1894) που φιλοτεχνήθηκαν σε διάφορες παραλλαγές, έργα που αξιοποιήθηκαν κατά κόρον από τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, τις διάφορες εκδόσεις τέχνης κ.λπ. Όμως ευτυχώς, πρώτα με τα εγκαίνια του Μουσείου Μουνκ στο Όσλο το 1963, που στέγασε πάνω από 1.000 πίνακες, 18.000 χαρακτικά και περί τις 5.000 ακουαρέλες και σχέδια, που ο ζωγράφος άφησε με διαθήκη στο Δήμο του Όσλο, και ύστερα με την παρουσίαση έργων του που ανήκουν σε ιδιωτικές συλλογές, έγινε εφικτό να σφυγμομετρηθεί η δυναμική του ταλέντου του και, κυρίως, να εντοπιστούν εκείνες οι ιδιαιτερότητες που ενεργοποιούνται από τη διπολικότητα της μανιοκαταθλιπτικής του ιδιοσυγκρασίας. O ίδιος, μάλιστα, είχε ομολογήσει σε ένα από τα πολλά κείμενά του: «Δεν θα μπορούσα να αποβάλλω την αρρώστια μου, γιατί ένα μεγάλο μέρος της τέχνης μου το οφείλω σε αυτήν».

Spring 1889

Έχει όντως διαπιστωθεί και από ειδικούς, αλλά και μέσ’ από τα κείμενα του ίδιου του Μουνκ, ότι τα δυστυχισμένα παιδικά του χρόνια είχαν ένα σημαντικό αντίκτυπο στη ζωγραφική του, τουλάχιστον τα πρώτα τριάντα χρόνια. Φυματικός και αργότερα και αλκοολικός, είχε σημειώσει χαρακτηριστικά: «H αρρώστια, η τρέλα και ο θάνατος ήταν οι άγγελοι που παραστάθηκαν στην κούνια μου». Ο πατέρας του, στρατιωτικός γιατρός και εξαιρετικά πουριτανός, υπέφερε συχνά από κατάθλιψη που ενισχυόταν από το ότι η εγκατεστημένη από το 1864 στο Όσλο οικογένεια είχε και οικονομικά προβλήματα.  Ο ζωγράφος, ευαισθητοποιημένος από μικρός στο διαταραγμένο συναισθηματικό κόσμο του εαυτού του και των συγγενών του, έδινε πάντοτε στη ζωγραφική του το προβάδισμα στην ένταση των προσωπικών του συναισθημάτων και όχι στην ακριβή νατουραλιστική περιγραφή του περιβάλλοντός του.

The Sick Child, Fourth Version 1907

Μεγάλη επίδραση άσκησε στον Μουνκ ο μποέμ και μηδενιστής Χανς Γιέγκερ που είχε ενστερνιστεί την ιδέα ότι « η καταστροφική μανία δηλώνει συγχρόνως ένα πάθος για δημιουργία» και που, επίσης, πρέσβευε ότι η αυτοκτονία είναι ο ύστατος δρόμος για την ελευθερία (!). Ο ίδιος ο Μουνκ ομολογεί αυτή την επίδραση, σημειώνοντας: «Οι ιδέες μου αναπτύχθηκαν κάτω από την επίδραση του Χανς Γιέγκερ και των μποέμ και όχι κάτω από εκείνη του Στρίντμπεργκ και των Γερμανών…». Ταγμένος στην επιθυμία του να γίνει ζωγράφος, εγκατέλειψε το 1881 τις σπουδές αρχιτεκτονικής για να γραφτεί στη Βασιλική Σχολή Σχεδίου του Όσλο όπου ασκήθηκε στις «νεκρές φύσεις», στις σκηνές της καθημερινής ζωής και στα αστικά τοπία. Την επόμενη χρονιά και παράλληλα με τη φοίτησή του στη Βασιλική Σχολή Σχεδίου, νοίκιασε με έξι συναδέλφους ένα ατελιέ στο Όσλο, δίπλα σε εκείνο του πολύ γνωστού νατουραλιστή ζωγράφου και συγγραφέα Κρ. Κροχγκ που διόρθωνε δωρεάν τα έργα τους.

The Dance Of Life 1900

Βασικό μέλημα αυτού του σημαντικού καλλιτέχνη, που κατέχει ηγετική θέση ανάμεσα στους προφήτες-πρωτεργάτες του εξπρεσιονισμού, ήταν, ανεξάρτητα από τη χρονική περίοδο στην οποία δημιουργούσε, να ζωγραφίσει τη ζωή του, αποκρυπτογραφώντας ξανά και ξανά όχι αυτό που έβλεπε, αλλά αυτό που βίωνε τη στιγμή που το φιλοτεχνούσε. Βιώνοντας, πράγματι, ξανά τη μεγάλη του θλίψη για το θάνατο της μεγάλης του αδελφής, ζωγράφισε το 1886 το εμπνευσμένο από την αρρώστια της έργο «Το άρρωστο παιδί», έργο που απέκοψε το ζωγράφο από τον εμπρεσιονισμό και προκάλεσε σκάνδαλο με την παρουσίασή του στο Σαλόνι του Φθινοπώρου του Όσλο (1886), καθώς ο Μουνκ διοχέτευσε σε αυτό όσο γίνεται πιο έντονα και υποβλητικά τη νοσηρότητα της κατάστασης και την όλη πένθιμη ατμόσφαιρα. Υποστηρίζοντάς τον, ο Kροχγκ σημειώνει: «Ζωγραφίζει, ή καλύτερα βλέπει τα πράγματα, με έναν τρόπο που διαφέρει από εκείνον άλλων καλλιτεχνών. Βλέπει μόνο το ουσιαστικό και αυτό αποκλειστικά ζωγραφίζει, γι’ αυτό και τα έργα του δεν μοιάζουν ολοκληρωμένα».

The day after 1895

Ακολούθησε ένα δεύτερο ακόμη μεγαλύτερο σκάνδαλο από τη χρωματικά και σχεδιαστικά προκλητική γραφή του στα έργα που παρουσίασε ως προσκεκλημένος της Ένωσης Καλλιτεχνών στο Βερολίνο (1892), όπου, μάλιστα, χρειάστηκε να μεσολαβήσει ο ίδιος ο Κάιζερ. Σκάνδαλο που διεύρυνε τη φήμη του καλλιτέχνη και που ενεργοποίησε τη Βερολινέζικη Απόσχιση. Στη διάρκεια της τετράχρονης διαμονής του στο Βερολίνο, ο ζωγράφος άρχισε να φιλοτεχνεί το μνημειακό του έργο «Η Ζωφόρος της ζωής» -ένα ποίημα αφιερωμένο στη ζωή, στον έρωτα και στον θάνατο- που ολοκλήρωσε το 1900, ζωγραφίζοντας πρώτα την «Κραυγή» (1893) και αμέσως μετά τη «Μαντόνα». Έργα που επανέλαβε σε παραλλαγές το 1894 και 1895 και που κλάπηκαν το 2004 για να βρεθούν ξανά το 2006.

Διεθνώς γνωστό έργο, η «Κραυγή» υπερσκελίζει κάθε χαρακτηρισμό αναφορικά με την τεχνοτροπία: εξπρεσιονισμός, συμβολισμός κ.λπ. για να εστιάσει το ενδιαφέρον στο ότι αποτελεί μια προσπάθεια μελέτης της ίδιας της ψυχής, του ίδιου του εαυτού του Μουνκ, όπως σημειώνει ο ίδιος. Υπάρχουν μερικά έργα όπως η “Μητέρα” του Whistler,η “Μόνα Λίζα” του Λεονάρντο Ντα Βίντσι και Η “Κραυγή” του Μουνκ που έχουν πετύχει κάτι που η μεγάλη πλειοψηφία των έργων, ανεξάρτητα από τη σπουδαιότητά τους σε ό,τι αφορά στην ιστορία της τέχνης, την ομορφιά κ.λπ., δεν έχουν. Kι αυτό, γιατί μεταδίδουν άμεσα ένα συγκεκριμένο μήνυμα σε όλους σχεδόν τους θεατές.

Madonna 1895.

Σκάνδαλο προκάλεσε και η «Μαντόνα» (1894-1895) αφού, ο νορβηγικός Τύπος ήταν έτοιμος να φωνάξει την αστυνομία εξαιτίας του συνειρμού του καλλιτέχνη να υπονοήσει την Παναγία μέσ’ από την απεικόνιση μιας αισθησιακής γυμνής γυναίκας σε έκσταση.

Μετά από ένα ταξίδι ανά την Ευρώπη, νοσηλεύτηκε σε σανατόριο για τον αλκοολισμό του (1899) και ανανεωμένος συμμετείχε σε έκθεση με τους εξπρεσιονιστές καλλιτέχνες της ομάδας Die Brücke που είχαν γοητευτεί από τη δουλειά του (1906). Με την πάροδο του χρόνου, τα έργα του καλλιτέχνη χαρακτηρίζονται από πιο φωτεινά χρώματα, περίοδος που φτάνει σε αποκορύφωμα γύρω στο 1920. Πρόκειται για ένα ανανεωτικό πνεύμα στη δουλειά του μετά τον εγκλεισμό του σε μια ψυχιατρική κλινική της Κοπεγχάγης. Τα χαρούμενα χρώματα, η αγάπη για τη φύση εντάθηκαν μετά την αγορά του αγροκτήματος στο Έκελι, όπου έζησε και ζωγράφισε τα τριάντα τελευταία χρόνια της ζωής του. Υποφέροντας από το 1930 κι έπειτα από σταδιακή απώλεια της όρασης, άρχισε να φιλοτεχνεί πολλά φωτογραφικά πορτρέτα του εαυτού του, ενώ οι Ναζί δήμευσαν το 1937 τα έργα του επειδή τα θεώρησαν εκφυλισμένα. Ένα χρόνο πριν από το θάνατό του το 1944, οι Νορβηγοί τον τίμησαν πολλαπλά με την ευκαιρία των ογδοηκοστών γενεθλίων του.

Φυσιογνωμία βασανισμένη από τη ζωή, ο Μουνκ κατόρθωσε να μετουσιώσει τα τραύματα του συναισθηματικού του κόσμου σε κατεξοχήν σημαντικά για τον 20ό αιώνα έργα, προλογίζοντας ευρηματικά τον εξπρεσιονισμό και συγχρόνως κατορθώνοντας να μείνει ανένταχτος σε κάθε συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ρεύμα, συμβολισμό, εξπρεσιονισμό, εμπρεσιονισμό κ.λπ.

xartografos

Advertisements
This entry was posted in Munch Edvard. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s