249. Μετά την καταστροφή των Ψαρών Ν.Γύζη (74)

Νικόλαος Γύζης, ο ενδοξότερος ζωγράφος μας του 20ου αιώνα

Τη δραματική αυτή σύνθεση -ένα από τα συγκλονιστικότερα αριστουργήματα του 19ου αιώνα– την εμπνεύστηκε από την ηρωική αντίσταση και καταστροφή του μικρού νησιού του Αιγαίου από τα στρατεύματα του Ιμπραήμ Πασά και συνδέεται με την απογοήτευση του καλλιτέχνη από τον ατυχή ελληνοτουρκικό πόλεμο, το 1897. Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει το θέμα ο Γύζης και το αναπτύσσει εικαστικά, η οργάνωση και η ελευθερία των εκφραστικών του αποτυπώσεων, μας παρουσιάζουν έναν καλλιτέχνη με ολοφάνερα ιδεαλιστικά  στοιχεία και ελεύθερες μετα-ιμπρεσιονιστικές τάσεις.

Την πρώτη ενορατική σύνθεση του θέματος (0,38 Χ 0,55 μ.) ο Γύζης την καταγράφει επάνω σε χαρτί με κόκκινο μολύβι, με τη μορφή της εικονογραφίας χαρακτηρίζεται από την παραδοσιακή ιστοριογραφία  της Σχολής του Μονάχου. Το κυρίαρχο θέμα είναι η απεικόνιση των δραματικών στιγμών που ζουν οι άνθρωποι προκειμένου να σωθούν από την οργή των τουρκικών στρατευμάτων. Μέσα σε μία δαντική βάρκα, άνθρωποι κατατρεγμένοι από τις σφαγές απειλούνται τώρα από τη φουρτουνιασμένη θάλασσα  και κινδυνεύουν να καταποντισθούν στον βυθό του Αιγαίου. Ένας όρθιος άνδρας που φορά νησιώτικο τσαλακωμένο σκούφο γερμένο στο πλάι, γυρισμένος με την πλάτη προς τον θεατή, με τα στιβαρά του χέρια κρατά το κουπί που προσπαθεί να το μετακινήσει προς τη πλευρά που γέρνει η βάρκα ώστε να αποτρέψει την ανατροπή της.

Στη δεύτερη απεικόνιση αποτολμά να δώσει χρώματα στην ενορατική του σύλληψη. Η σύνθεση τώρα γίνεται περισσότερο ποιητική, αφαιρετική. Γρήγορες, βιαστικές πινελιές διαγράφουν τα στοιχεία του θέματος. Αδρά χρώματα και τολμηρές σκηνές αφαίρεσης χαρίζουν ένταση στο θέμα.Η τραγικότητα των απελπισμένων προσφύγων κορυφώνεται. Η ανδρική φιγούρα με το γυμνό στήθος, που βρισκόταν στα αριστερά του, τώρα γίνεται περισσότερο ρεαλιστική στην απεικόνιση. Η φιγούρα που πάσχιζε να σώσει το μωρό από την επιφάνεια του νερού τώρα εδώ αποκτά μεγαλύτερη ένταση, γίνεται μάνα ντυμένη στα κόκκινα. Στο ένα της χέρι κρατά επάνω στο στήθος της ένα μικρό μωρό τυλιγμένο στα σπάργανα, ενώ το άλλο χέρι, το δεξί, το τεντώνει για να πιάσει το άλλο μωρό που είναι μέσα στο νερό. Το Ευαγγέλιο ξεχωρίζει από το δισκοπότηρο, σύμβολο της μυσταγωγίας, της κοινωνίας των ανθρώπων της πίστης, και τα δύο στοιχεία  ελπίδας, της ένωσης, της συνέχειας της ζωής.

Στην τρίτη απεικόνιση (1896-8) επανέρχεται ο Γύζης  στο θέμα του όπου ο καταμερισμός των όγκων και των μορφών είναι καλύτερα μελετημένος. Οι μορφές γίνονται ακόμη περισσότερο εξαϋλωμένες, απαλλαγμένες από κάθε ρεαλισμό, είναι απροσδιόριστες, αφαιρετικές, σχηματικές, μοιάζουν σαν φωτεινές φόρμες που ξεσκίζουν την ζοφερή νύχτα των φυγάδων Ψαριανών. Η βάρκα τώρα είναι εκτελεσμένη με σαφήνεια σε πλήρη προοπτική απόδοση, η καρίνα -αν και είναι κατάμαυρη καμπύλη- με τα έξυπνα φώτα που έχει ριχτεί στο επάνω μέρος της έχει μεταβληθεί σε πολιορκητικό κριό που σχίζει τα ταραγμένα κύματα μέσα στην άγρια και εφιαλτική νύχτα. Παράλληλα, οι κουπαστές και από τις δυο πλευρές φωτίζονται με ανοιχτόχρωμες ώχρες, σαν να θέλει να οριοθετήσει τον χώρο της. Το λάβαρό τους γίνεται πιο συγκεκριμένο, είναι στερεωμένο επάνω στην πρύμνη, με τον σταυρό να ξεχωρίζει στο γκρίζο φόντο. Την σημαία τους, σαν φωτεινό σύννεφο ανοιχτόχρωμους με τόνους, μοιάζει να την ταλανίζει ένας άγριος άνεμος  που θέλει να την αποκολλήσει από την πρύμνη.

Πάνω από τη βάρκα ένας σκούρος βράχος, απειλητικός, σκιάζει τους φυγάδες. Στην προκυμαία έντεχνες ιμπρεσιονιστικές πινελιές υποδηλώνουν ένα πανικόβλητο πλήθος που απελπισμένα σπεύδει να σωθεί. Ορισμένοι φαίνονται να έχουν πέσει στην μανιασμένη θάλασσα και κολυμπώντας προσπαθούν να φθάσουν στην βάρκα, που φαίνεται η μοναδική σωτηρία τους, καθώς όλα μοιάζουν να έχουν χαθεί στην ζοφερή νύχτα που τους περιβάλλει.

Ο Νικόλαος Γύζης όμως, σε αντίθεση με άλλες αντίστοιχες σκηνές της ρομαντικής ζωγραφικής του 19ου αιώνα, όπως η γνωστή «Σχεδία της Μέδουσας» του Theodore Gericault, δίδει ως ευπατρίδης τη δική του προσέγγιση. Αν και την τραγική αυτή σκηνή της απελπισίας και του κατατρεγμού την ντύνει με σκούρους νυχτερινούς χρωματικούς τόνους, δεν παραλείπει να δώσει το μήνυμα της προσμονής, της ελπίδας. Στο βάθος δεν ζωγραφίζει πλέον καπνούς και φωτιές, αλλά μια νύχτα που φεύγει, ένα κατάλευκο φως προαναγγέλλει την αυγή, μια ελπίδα Ελευθερίας, Πίστης και Πατρίδας.

xartografos από Πεμπτουσία

Advertisements
This entry was posted in d. Θ Η Σ Α Υ Ρ Ο Ι σκόρπιοι, Γύζης Νικόλαος, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΙΑ ΤΕΧΝΗΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s