229. Ο Αγάπιος πρόλαβε την πτήση

Ο Αγάπιος ταξίδεψε, άφαντος έγινε. Επιτέλους χωρίς καρότσι, επιτέλους χωρίς βοήθειες, επιτέλους σαν μοναχικός άρχοντας όπως του άξιζε. Είχα την ευτυχία να γνωρίσω αυτόν τον αρχαίο Έλληνα. Ατάραχο στις κακοτοπιές, φιλικό στις αψιμαχίες, στις θύελλες πρώτος, στο κέφι ξημέρωνε, στη γενναιότητα γίγαντας.

22.8.2011 ήταν η πτήση

Μια ψυχή πελώρια, ένας ομηρικός ήρωας που στην αποκοτιά της μοίρας να τον βάλει σε λάθος κορμί, άντεξε, πάλεψε, το διασκέδασε, την έφτυσε κατάμουτρα την αναπηρία. Η αγκαλιά του δεν αδίκησε ποτέ κανέναν, οι φτερούγες του πλατάριζαν από πάνω μας πατρικές, οι φωνές του ξεσήκωναν σύγκορμα τα στάδια, έβγαζε φλόγες και μας τις μοίραζε σαν τον Παράκλητο.

Ήταν φίλος μου ο Αγάπιος. Μεγάλη κουβέντα αυτή, αμέτρητο αγαθό η φιλία. Αν σκεφτείς ότι για τον Λάζαρο στις Γραφές, δεν έχουμε μάθει ποτές ποιος ήταν. Τι έκανε, πόσο χρονών χάθηκε, τι δουλειά έκανε, αν είχε οικογένεια, πώς τα βόλευε, τίποτα δεν μάθαμε εξόν από ένα : “Ο φίλος του Χριστού Λάζαρος”. Και ήταν τούτο αρκετό για να μείνει στην αιωνιότητα, ήταν άξια μια φιλία από μόνη της για να μείνει αξέχαστος εσαεί.

Εμείς όλοι ήμασταν οι Λάζαροι, κι ο Αγάπιος ένας μικρός Χριστός. Ένας σταυρωμένος, ένας αναμάρτητος, ένας αγγελικός σύντροφος. Αυτός το Πάθος κι εμείς τη ξεγνοιασιά, εκείνος τη θυσία κι εμείς τη σωτηρία, κουβάλησε ο αγαθότερος όλων τις αμαρτίες μας δεκαετίες ολάκερες αγόγγυστα, ειλικρινά, ακέραια. Δεν ζήταγε παρά δυο γουλιές νερό, άντε και κάνα τσιγάρο πότε-πότε… Τέτοια ήταν η σχέση μας, τέτοιο αφοσιωμένο μεγαλείο είχαμε στο πλευρό μας.

Ο ωραιότερος έναστρος ουρανός της Αναγέννησης. Παρεκκκλήσι Scrovegni στην Πάδοβα από το χέρι του Giotto, το 1305.

Το ραδιόφωνό του έπαψε, οι βρισιές του μας λείπουν ήδη, τα μαξιλάρια του, το τσαντάκι του, ήταν ένα χερουβείμ που πλούτηνε την καταδίκη του επί γης με δυο διαμάντια στραφτερά, τη μάνα και την αδελφή. Και τώρα πετάρισε, σηκώθηκε σαν άνεμος κατάγερος και διάβηκε τον ορίζοντα υπέροχος. Πήρε μαζί όλος καμάρι τις αναμνήσεις του, αυτές που ανέξοδα τον έθρεφαν από παιδί κι άλλαξε γειτονιά, έστρεψε τα ρολόγια στο φως. Πρόλαβε αδάμαστος κι έκανε αήττητος τη μυθική πτήση, και δεν θα μάθουμε εύκολα τον αστερισμό απ΄όπου ακτινοβολεί πλέον. Παληκαρίσια, ανίκητα, με τη λεβεντιά ενός Φιλίππου, με τη δύναμη της αγάπης, έφυγε, κι ούτε κανείς μας θα τον ξαναδεί πια.

xartografos

Advertisements
This entry was posted in ΧΑΡΙΣΜΑΤΙΚΟΙ, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s