203. Νάουσα, ηρωική και πρωτοπόρα

Σύμφωνα με τους ιστορικούς αναλυτές το όνομα της πόλης αυτής, σύμφωνα με τις πιο σύγχρονες απόψεις των αρχαιολόγων ήταν Μίεζα. H αποσύνθεση των αρχαιότερων οικιστικών μορφωμάτων πρέπει ν’ αναζητηθεί σε αρκετά προγενέστερες εποχές, με αρχή την όψιμη ρωμαιοκρατία και τους σκοτεινούς χρόνους που ακολούθησαν. Η τοπική παράδοση και άλλες έμμεσες ιστορικές μαρτυρίες τοποθετούν τον ανασυνοικισμό της σημερινής Νάουσας λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) και λίγα χρόνια μετά την κατάληψη της Βέροιας από τους Τούρκους (1385-86). Αυτό έγινε στα πλαίσια μιας επιχείρησης επανεγκατάστασης των κατοίκων, που φοβισμένοι από τις παλαιότερες, αλλά και τις εγγύτερες επιδρομές, είχαν βρει καταφύγιο σε δάση και σε ορεινά απρόσιτα σημεία στο όρος Βέρμιο, όπου αναγκάστηκαν να παραμείνουν για πολύ καιρό σε δύσκολες συνθήκες διαβίωσης.

Ο τοπικός ιστορικός Ε. Στουγιαννάκης διασώζει μια ενδιαφέρουσα παράδοση για τον ανασυνοικισμό αυτό, με σαφείς αναφορές στο μύθο της Διδούς και του κομμένου σε λεπτές λωρίδες δέρατος βοδιού που περιέβαλε και καθόρισε τα σύνορα της πόλης. Η πιθανότερη εκδοχή για την ίδρυση της σύγχρονης Νάουσας είναι ότι η πόλη χτίστηκε από τούρκο στρατηγό, ο οποίος ονομαζόταν Αβρανός ή Εβρενός (Γαζή Εβρενός μπέη,) ένας από τους πιο δραστήριους στρατηγούς του σουλτάνου Μουράτ Α’, όπου μάλιστα θα ιδρύσει και  βακούφι (κτήμα αφιερωμένο σε τζαμί ή σε ναό) που οι απόγονοί του διατήρησαν στα Γιαννιτσά. Ο ελληνικός πληθυσμός στην περιοχή απολάμβανε εξ αρχής σημαντικά προνόμια, χάρη στην παρέμβαση της Βαλιντέ Χανούμ σουλτάνας (Μάρα Μπράνκοβιτς, κόρης του Σέρβου ηγεμόνα Γεωργίου Μπράνκοβιτς και σύζυγος του Μουράτ Β’.

Η Νάουσα ήταν χριστιανική πόλη εξ’ αρχής (εκτός από τον καδή – δικαστή και το βοεβόδα – διοικητή δεν ήταν άλλοι Οθωμανοί στην πόλη), με δικαιώματα αυτοδιοίκησης, δική της φρουρά και με σημαντικά φορολογικά προνόμια, που επέτρεψαν την γρήγορη συγκέντρωση πληθυσμού και την ανάπτυξη της χειροτεχνίας (οπλουργία, χρυσοχοΐα, υφαντουργία κλπ). Καθώς  με σουλτανικό διάταγμα (Χατί Σερίφ) το τουρκικό κράτος παραχώρησε στους κατοίκους της πόλης ιδιαίτερα προνόμια, που τους εξασφάλιζαν πλήρη σχεδόν αυτονομία και συνθήκες ελεύθερης ανάπτυξης, τόσο στην οικονομία όσο και σε άλλους τομείς της κοινωνικής ζωής, ήδη απ’ τον 17ο αιώνα υπάρχει ένα αστικό κέντρο με χίλια περίπου σπίτια και οικονομική επιρροή στην περιοχή της κεντρικής Μακεδονίας και πιο πέρα (λόγω της θέσης στο δρόμο των καραβανιών που συνέδεε τις νοτιοβαλκανικές αγορές).

Αυτή η ομαλή ζωή διαταράχθηκε περί το 1795 από το σατράπη των Ιωαννίνων Αλή πασά, ο οποίος θέλησε να επιβάλλει την κυριαρχία του στη Νάουσα, στην αρχή με ειρηνικά μέσα και στη συνέχεια με επανειλημμένες εκστρατείες εναντίον της. Οι δύο πρώτες απόπειρες των δυνάμεων του Αλή πασά να καταλάβουν την πόλη αποκρούστηκαν σθεναρά από τους Ναουσαίους, οι οποίοι καταδίωξαν τους Αλβανούς προξενώντας τους βαρύτατες απώλειες. Ο Αλή ωστόσο δεν το έβαλε κάτω. Επιχείρησε και τρίτη εκστρατεία πολιορκώντας τη φορά αυτή τη Νάουσα με πολλές δυνάμεις. Απέκλεισε όλες τις εισόδους και εξόδους, διέκοψε την παροχή  του νερού και οι κάτοικοι της πόλης μπροστά στον κίνδυνο να πεθάνουν από την πείνα και τη δίψα αναγκάστηκαν σε συνθηκολόγηση και  παράδοση.

Η Νάουσα υπέκυψε. Ο πρώτος άρχοντας της πόλης Ζαφειράκης Θεοδοσίου Λογοθέτης κατέφυγε στη Θεσσαλονίκη συνοδευόμενος από μερικούς συντρόφους, με σκοπό να επιτύχει την παρέμβαση του εκεί Τούρκου διοικητή για την απελευθέρωση της Νάουσας από τον Αλή Πασά. Η προσπάθεια αυτή απέτυχε κι ο Ζαφειράκης έφυγε για την Κωνσταντινούπολη, προκειμένου να ζητήσει τη μεσολάβηση της μητέρας του Σουλτάνου. Εκείνη, μόλις πληροφορήθηκε τα συμβαίνοντα ενημέρωσε το Σουλτάνο, ο οποίος με γραπτή διαταγή στον Αλή πασά τον υποχρέωσε να εγκαταλείψει τη Νάουσα. Λίγο μετά την αποχώρηση των τουρκαλβανών, ο Ζαφειράκης επέστρεψε στη Νάουσα, όπου εξελέγη και πάλι άρχοντας της πόλης η οποία σύντομα ανέκτησε την παλιά της αίγλη και όλα της τα προνόμια.

Η κήρυξη της επανάστασης στις 25 Μαρτίου 1821 ήταν η σπίθα που άναψε τη φωτιά στις ψυχές των Ναουσαίων. Την 19η Φεβρουαρίου 1822, Κυριακή της Ορθοδοξίας, στον περίβολο του ναού του Αγίου Δημητρίου και ενώπιον χιλιάδων λαού, ο πρωτοσύγκελος Ζαχαρίας μετά το τέλος της θείας λειτουργίας, βγήκε από το ναό και συνοδευόμενος από το Ζαφειράκη και τους άλλους προκρίτους ύψωσαν τη σημαία της επανάστασης. Ο ιστορικός Στουγιαννάκης γράφει ότι είναι αδύνατο να περιγραφεί αυτό που έγινε εκείνη την ώρα. Οι χιλιάδες λαού γέμισαν τον αέρα με αλαλαγμούς και κραυγές ενθουσιασμού. Σείστηκαν γη και ουρανός, σείστηκαν βουνά και κάμποι.

Όταν οι άνθρωποι ζουν με τέτοια προνόμια και ανέσεις όπως οι Ναουσαίοι κείνης της εποχής, είναι φυσικό να μην επιθυμούν επαναστάσεις και ό,τι άλλο απειλεί να τους στερήσει τα αγαθά που απολαμβάνουν. Κι όμως οι Ναουσαίοι επαναστάτησαν, γιατί πάνω από τις ανέσεις και τα αγαθά της ζωής τοποθέτησαν υψηλότερα δανικά. Αξιοπρέπεια, τιμή και προπάντων εθνική φιλαλληλία.

Οι Ναουσαίοι όρθωσαν το ανάστημά τους έναντι στην πανίσχυρη οθωμανική αυτοκρατορία, μολονότι γνώριζαν ότι διέτρεχαν τον έσχατο κίνδυνο να χάσουν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Ακόμη και την ίδια τους τη ζωή. Κι έτσι άρχισε ένας αγώνας σκληρός, άνισος, αδυσώπητος. Οι Ναουσαίοι πολέμησαν με ψυχή. Όμως μπροστά στον αριθμητικά υπέρτερο και άρτια εξοπλισμένο στρατό των Τούρκων κάμφθηκαν. Κλείστηκαν και πάλι στην πόλη τους, κι αμπάρωσαν τις πύλες της. Αμυνόμενοι εκ των έσω, κι έχοντας μεγάλο απόθεμα δυνάμεων όσο και ακμαίο ηθικό ήλπιζαν ότι θα κρατούσαν τη Νάουσα απόρθητη για πολύ καιρό ακόμα. Ίσως δε αυτό να συνέβαινε αν πραγματοποιούνταν οι υποσχέσεις που είχαν λάβει για έξωθεν βοήθεια. Όμως βοήθεια δεν ήρθε από πουθενά, και σα να μην έφθανε αυτό ήρθε και η προδοσία.

Μια νύχτα  η πύλη του Αγίου Γεωργίου ανοίχτηκε διάπλατα και οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη. Η Νάουσα έπεσε. Επακολούθησαν σφαγές, πυρπολήσεις και φρικιαστικές στιγμές. Κατόπιν ήρθε η μεγαλειώδης θυσία των ηρωίδων, και τέλος ο αφανισμός. Πάντως, και μετά τον αφανισμό οι Ναουσαίοι εξακολούθησαν να δίνουν παραδείγματα ψυχικού μεγαλείου. Διότι πολλοί ήταν οι οπλαρχηγοί και οι μαχητές της Νάουσας, που μετά το χαμό της βρήκαν τη δύναμη να ροβολήσουν στη νότια Ελλάδα όπου για πολλά χρόνια πολέμησαν στο πλευρό των άλλων Ελλήνων για την ελευθερία του έθνους. Η Νάουσα αφανίστηκε για να διώξει από τον ελληνικό ουρανό τα βαριά σύννεφα που σκέπαζαν τον ήλιο της ελευθερίας του γένους.

Άμοιρη Νιάουστα γιατί σήκωσες το κεφάλι ;
Τι γύρευες και διάλεξες μονάχη το χαμό σου ;
Μη τάχα το λησμόνησες πως σ’ αναθρέψαν Τούρκοι
κι αφέντισσα σε κάμανε και πλούτη σου χαρίσαν ;

Τίποτε δε λησμόνησα και τα θυμούμαι όλα.
Μα Τούρκοι κι αν μ’ ανάθρεψαν Ρωμιοί με κατοικήσαν.
Κι όσο στην άχαρη σκλαβιά θα ζει η Ρωμιοσύνη,
πλούτη κι ανέμελη ζωή σ εμένα δεν ταιριάζουν

Σήμερα η Νάουσα, δεύτερος σε μέγεθος Δήμος του Νομού Ημαθίας έχει συνενωθεί διοικητικά με τις πρώην κοινότητες Αρκοχωρίου, Γιαννακοχωρίου, Ροδοχωρίου και Στενημάχου και αποτελεί πλέον το νέο διευρυμένο Δήμο Νάουσας, με πληθυσμό που φτάνει τους 23.000 κατοίκους. Η μεταπολεμική της ανάπτυξη, στο δεύτερο μισό του 20ου αι., στηριγμένη κυρίως στο δυναμισμό των Ναουσαίων, έγινε με σταθερά βήματα. Νέες δυναμικές αγροτικές καλλιέργειες, εκσυγχρονισμένες βιομηχανικές μονάδες στήθηκαν δίπλα στις παλιές ή τις αντικατέστησαν. Καινούργιος κοινωνικός εξοπλισμός δημιουργήθηκε πλάι στον ήδη υφιστάμενο που οφείλονταν κυρίως σε δωρεές Ναουσαίων για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες των κατοίκων. Νέοι δρόμοι ανοίχτηκαν, αντικαταστάθηκε το μεγαλύτερο ποσοστό των κατοικιών, αξιοποιήθηκε ο δασικός πλούτος του Βερμίου, που περιήλθε στο Δήμο Νάουσας, ο οποίος σήμερα είναι ο μεγαλύτερος δασοκτήμων δήμος της χώρας.

Σημαντική είναι η παρουσία του πολιτιστικού γίγνεσθαι. Με άξονα το συγκρότημα του Πολιτιστικού Κέντρου και των δύο μεγάλων θεάτρων του (χειμερινό-θερινό) καθώς και της «Εστίας Μουσών» με τις μουσικές σχολές του Δημοτικού Ωδείου και τη σχολή μπαλέτου οργανώνεται η πλούσια πολιτιστική ζωή του τόπου. Ο Δημοτικός Πολιτιστικός Οργανισμός Νάουσας (ΔΗ.Π.Ο.Ν.) στηρίζει τον πολιτισμό με εξειδικευμένα, έμπειρα στελέχη και σε συνεργασία με τους πολιτιστικούς συλλόγους της πόλης διοργανώνει αξιόλογες εκδηλώσεις όλο το χρόνο. Διαθέτει επίσης Βιβλιοθήκη με 20.000 τόμους, τμήματα Θεάτρου και Κινηματογράφου, Μουσείο Οίνου και Αμπέλου και εργαστήρια Εικαστικών Τεχνών. Το Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο – Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα στεγάζεται σε αναστηλωμένο παραδοσιακό κτίριο και διαθέτει σημαντικές συλλογές από την τοπική λαογραφική παράδοση και την περίοδο του Μακεδονικού Αγώνα.

Οι διάφοροι πολιτιστικοί σύλλογοι της Νάουσας, με θρησκευτική θα λέγαμε ευλάβεια μελετούν, συντηρούν και προβάλλουν τις παραδόσεις του τόπου, παραδόσεις που αποτελούν ακόμη και σήμερα σημαντικό στοιχείο της ζωής των Ναουσαίων. Η «Σχολή του Αριστοτέλη», το φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους, το νεραϊδένιο άλσος στον Άγιο Νικόλαο, η θερινή Μαθηματική Ακαδημία, το ασύγκριτο χιονοδρομικό των 3-5 Πηγαδιών, οινοποιεία και ρακοκάζανα, την κάνουν προορισμό μεγαλειώδη. Το περίφημο Καρναβάλι της πόλης, με κορυφαίο δρώμενο τις «Μπούλες», που οι ρίζες του χάνονται στην βαθιά αρχαιότητα και στα Διονυσιακά δρώμενα, διατηρεί πάντα το παλιό τυπικό, και σκορπά κάθε χρόνο ρίγη συγκίνησης στους παλιούς αλλά και στους νέους, που το κάνουν δική τους υπόθεση.

Ευστάθιος Στουγιαννάκης :  «Ιστορία της πόλεως Ναούσης»
Νικόλαος Κων. Ταούλας : «Νιάουστα»

xartografos

Advertisements
This entry was posted in ΤΑΞΙΔΙΩΤΙΚΟΣ ΧΑΡΤΗΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s