186. Βαν Γκογκ, expressionism και ηλιοτρόπια (30)

«Πόσο πλούσια είναι η τέχνη! Αν μπορεί κανείς να θυμάται τί έχει δει, δεν του λείπει ποτέ τροφή για σκέψη, και δεν μένει ποτέ μόνος». Βινσεντ Βαν Γκογκ στον αδερφό του Τεό, Laeken, 15 Νοεμβρίου 1878.

Ο Βαν Γκογκ με μπαταρισμένο αυτί, και την πίπα που δεν αποχωρίστηκε ούτε στο νεκροκρέβατό του

Γεννήθηκε στο ολλανδικό χωριό Ζίντερ (Vincent Willem van Gogh, προφορά στα ολλανδικά: Βίνσεντ φαν Χοχ – 30.3.1853 / 29.7.1890) από πατέρα πάστορα και μητέρα σχεδιάστρια. Ονειροπόλος αλλά δύστροπος, χρειάστηκε όντας πρωτότοκος να πιάσει ανήλικος ακόμη δουλειά ως συσκευαστής βιβλίων στην αίθουσα τέχνης Γκαλερί Γκουπίλ. Ταξιδεύει στο υποκατάστημα της Αγγλίας, αλλά μετά από ερωτική απογοήτευση επιστρέφει στο Παρίσι δυο χρόνια μετά. Ενώ επιχειρεί να γίνει δάσκαλος ξένων γλωσσών τελικά ορκίζεται ως βοηθός πάστορα κάνοντας λαϊκά κηρύγματα κι εκεί πια στρέφεται οριστικά στη ζωγραφική. Ήδη από το 1882 βρίσκει στο πρόσωπο μιας πόρνης, της Χριστίνας (Σιέν), τη συναισθηματική του έκφραση. Η Σιέν, μούσα, ερωμένη και μοντέλο του, μόλις γεννά τον δεύτερο γιό της, τον εγκαταλείπει οριστικά.

Cafe Terrace on the Place du Forum

Το 1885 συνθέτει το πρώτο μεγάλο του αριστούργημα: «Οι Πατατοφάγοι«! Την επόμενη χρονιά συνδέεται στο Παρίσι με φιλία με τους Λωτρέκ και Γκωγκέν, καταλήγουν δε  σε ατελείωτες συζητήσεις για την τέχνη, που συν τω χρόνω ολοκληρώνοντας με ομηρικές διαφωνίες. Ενώ ο Γκωγκέν τού επέμενε να ζωγραφίζει τα θέματα που έβλεπε μπρος του, εκείνος τρελαίνονταν να ζωγραφίζει φανταστικά θέματα. Τελικά μέσα στην οργή του καυγά, κόβει μόνος το αυτί του, ο Γκωγκέν εξαφανίζεται, κι εκείνος αποστέλλει το πτερύγιο σε μία άλλη πόρνη φίλη του, τη Ρέιτσελ. To Φλεβάρη του 1888, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ εγκαταλείπει τη ζοφερή μελαγχολία του παρισινού χειμώνα, τις νύχτες με το αλκοόλ, τις γυναίκες, τα κουραστικά πλήθη και κατευθύνεται προς το νότο. Φτάνοντας στην Αρλ της Προβηγκίας, θαμπώνεται από τον ήλιο της Μεσογείου και νοικιάζει πάραυτα σπίτι στο Νο 2 της πλατείας Λαμαρτέν, πάνω απ το καφέ De La Gare. Aυτό ήταν το διάσημο Κίτρινο Σπίτι.

"Afternoon Siesta", επηρεασμένος ολοφάνερα από το αριστούργημα "Εσπερινός" του Millet

Prisoners Exercising, η θλίψη στη ζωή του ολοφάνερη

Μένει μόνος σε ένα δωμάτιο του νέου φίλου του, γιατρού Γκασέ, που όμως τον απογοητεύει κι αυτός γιατί αποφασίζει να …παντρευτεί κι ο Βίνσεντ το θεωρεί επίσης …εγκατάλειψη. Στις 23 Ιουλίου, στέλνει ένα γράμμα στον αδερφό του και του μιλά για τη ματαιότητα της ζωής. Την 27η Ιουλίου, μέρα Κυριακή, ο Βίνσεντ κατευθύνεται, όπως τόσες άλλες φορές, στα σταροχώραφα. Δεν έχει μαζί του ούτε πινέλα, ούτε καβαλέτα, ούτε μουσαμάδες. Μόνον ένα περίστροφο για να χτυπήσει κοράκια. Σε μια στιγμή απελπισίας, το στρέφει στον εαυτό του. Τραυματισμένος βαριά, καταφεύγει στο γιατρό Γκασέ. Εκείνος διαπιστώνει με θλίψη, πως δε μπορεί ν’ αφαιρέσει τη σφαίρα. Το επόμενο πρωΐ, φτάνει ο αδελφός του Τεό και τον βρίσκει να καπνίζει ήρεμα τη πίπα του. Περνάνε όλη τη μέρα μαζί, κουβεντιάζοντας ήσυχα. Γύρω στη μιάμιση τη νύχτα της 28ης Ιουλίου, ο Βίνσεντ Βαν Γκογκ ξεψυχά, στα χέρια του αγαπημένου του αδερφού.

"Οι Πατατοφάγοι", ένα από τα συγκλονιστικότερα έργα του, πίνακας σταθμός για το 19ο αιώνα

Φημολογούνταν έντονα πως εν ζωή δε πούλησε ούτ’  έναν πίνακά του, αν και πρόσφατα αποκαλύφθηκε από την αλληλογραφία του πως ένας τουλάχιστον όντως αγοράστηκε!

"Σπορέας το ηλιοβασίλεμα"

Πίστευε ότι το χρώμα είναι αυτό που δίνει ανάσα στα πράγματα. Το χρώμα ήταν αυτό που ‘δινε την εσωτερική ενέργεια στον πίνακα και γινόταν μέσο έκφρασης για την αναπαράσταση πραγματικότητας που ήταν όμως υποταγμένη στη φαντασία και τη ψυχοσύνθεση του καλλιτέχνη. Ο Βαν Γκογκ δεν επιλέγει το χρώμα της πραγματικότητας. Αλλιώς, στον πίνακα «Σπορέας Το Ηλιοβασίλεμα» θα ‘πρεπε να βάλει μπλε για τον ουρανό, κίτρινο για το σταροχώραφο κι όχι το αντίθετο.  «Βάζω τη καρδιά και τη ψυχή μου στα έργα μου κι έχω χάσει το μισό μου μυαλό σ’ αυτή τη πορεία«.

"Τα ηλιοτρόπια είναι δικά μου", έλεγε

Η σχέση του με τη φύση ήτανε σαφώς ερωτική:  «Δε πρέπει ν’ ακούμε τόσο τη γλώσσα της ζωγραφικής όσο τη γλώσσα της φύσηςΥπάρχουν απέραντα καλαμποκοχώραφα κάτω από μουντούς ουρανούς κι εγώ δε δίστασα ν’ απεικονίσω αυτή τη μελαγχολία και την απόλυτη μοναξιά«.

xartografos

Advertisements
This entry was posted in Van Gogh, Vincent. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s