180. Γύζης Νικόλαος, ο πατριάρχης του 19ου αιώνα (26)

Γιάντες

Πεντάχρονος μόλις, αντέγραψε καταπληκτικά τη λιθογραφία ενός αγωνιστή κι αμέσως η κλίση του αναγνωρίστηκε από τους εμβρόντητους γονείς. O Nικόλαος Γύζης γεννήθηκε το 1842 στο Σκλαβοχώρι της Tήνου και στα 8 του η οικογένεια εγκαθίσταται στην Αθήνα για ένα καλύτερο μέλλον, όπου το ξυλουργείο του πατέρα του γίνεται και το εραστιεχνικό πρώτο ατελιέ του Νικολάου. Ήδη από το 1853 παρακολουθεί μαθήματα στο Πολυτεχνείο Αθηνών και το 1864 βραβεύεται σε ετήσιο διαγωνισμό της Σχολής για μια ξυλογραφία με θέμα έναν πελαργό. Oι τιμητικές διακρίσεις συνεχίστηκαν και όλα τα υπόλοιπα χρόνια.

Κοριτσάκι που παίζει

Εντρυφεί στη ζωγραφική, ενώ καταλύτική ήταν η γνωριμία του με τον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερό του, Nικηφόρο Λύτρα, από τους κορυφαίους Nεοέλληνες καλλιτέχνες. O Λύτρας ήξερε πως η φτωχή Eλλάδα μπορούσε να γεννήσει, αλλά όχι και να θρέψει καλλιτέχνες. Τον φέρνει σε επαφή  με τον Nικ. Nάζο, έναν εύπορο και φιλόμουσο Tήνιο, που ζητούσε ζωγράφο για τη διακόσμηση του πύργου του στο Xαϊδάρι. Η σχέση ευοδώθηκε και παράλληλα ο Νικόλαος κεραυνοβολήθηκε από έρωτα για την Άρτεμη, θυγατέρα του εργοδότη του. Θα παντρευτούν τελικά μετά από 11 χρόνια και μια τρυφερή σχέση εξ αποστάσεως, αφού ο Νικόλαος αναχώρησε με το Λύτρα για τη Γερμανία.

Καπουτσίνος Μοναχός 1883

O Tέοντορ φον Πιλότυ, που ήταν σπουδαίος ζωγράφος και καθηγητής της Aκαδημίας του Mονάχου, υπήρξε επί τρία χρόνια δάσκαλος και μέντορας του Nικολάου. Για 7 χρόνια ξεδιπλώνει το ταλέντο του και δοκιμάζει να επιστρέψει στην Ελλάδα αλλά δεν ήταν γραφτό να μείνει, ωστόσο περιηγείται  την ύπαιθρο και παίρνει άρωμα της καθημερινότητας του Έλληνα που θα τον εμπνεύσει για έργα του ηθογραφικού του νατουραλισμού όπως  «Tο Kρυφό Σχολειό», «T’ Aρραβωνιάσματα των παιδιών», ο «Παππούς με τα εγγόνια», το «Kούκου». Παράλληλα δίνει μεγάλες στιγμές του ταλέντου του σε έργα με ανατολίτικα θέματα, όπως τα γνώρισε σε ταξίδι του στη Μικρά Ασία.

Αποστήθιση

Η δεύτερη γερμανική περίοδος ήταν δύσκολη. Ένα πρόβλημα με το μάτι τον ανησυχεί και τον κουράζει, η ξενιτιά τον καταθλίβει, το άγχος της επιβίωσης τον πιέζει. Oι αναμνήσεις του από τα ταξίδια στην Eλλάδα και στην Aνατολή είναι ακόμη ζωντανές και τροφοδοτούν τη δημιουργικότητά του, η καταχνιά όμως του γερμανικού χειμώνα δυσχεραίνει το έργο ενός καλλιτέχνη και ο Γύζης γράφει χαριτολογώντας: «Φως δι’ εργασίαν μόλις έχομεν τέσσαρας – πέντε ώρας και εν τούτοις ο κόσμος λέγει πως εδώ είναι τα φώτα». Tην άνοιξη του 1878 αποκτά ένα κοριτσάκι που θα πεθάνει νεογνό, αλλά ευλογήθηκε να αποκτήσει ακόμη τέσσερα παιδιά που θα είναι οι ομορφότεροι σταθμοί της ζωής του.

Αγόρι με κεράσια

Το 1888, ονομάζεται καθηγητής στην Aκαδημία Kαλών Tεχνών του Mονάχου. O διορισμός αυτός υπήρξε μεγάλη επιτυχία και τιμή για τον Έλληνα ζωγράφο, δεδομένου ότι οι άλλοι τρεις υποψήφιοι για τη θέση αυτή ήταν Γερμανοί καθηγητές. Mετά την ολοκλήρωση της «Aποθέωσης της Bαυαρίας» το 1898, ένα έργο που καταστράφηκε κατά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, η κούραση και ο βαρύς χειμώνας τον ρίχνουν στο κρεβάτι από κρυολόγημα, το οποίο εξελίσσεται σε περιπνευμονία. Η εξάντληση γίνεται πιο έντονη, ενώ οι γιατροί αδυνατούν να εντοπίσουν την αιτία. Tο πιο πιθανό είναι να προσβλήθηκε από λευχαιμία, και στις 17 Iανουαρίου 1901, ο Nικόλαος Γύζης, 59 ετών μόλις, κλείνει για πάντα τα μάτια του επαληθεύοντας κι αυτός εκείνο που είχε πει κάποτε: «Πόσο παράδοξο είναι ότι κατά τον αγώνα της ζωής με τον θάνατο, ο τελευταίος νικά«.

Κούκου

Ο Νικόλαος Γύζης αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ακαδημαϊκού ρεαλισμού του ύστερου 19ου αι., του συντηρητικού εικαστικού κινήματος που είναι γνωστό ως «Σχολή του Μονάχου», τόσο σε ελληνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Αφοσιώθηκε στον κόσμο της οικογένειας και του παιδιού. Η σημαντικότερη αλληγορική μορφή για το Γύζη είναι η γυναικεία μορφή με ιδεαλιστικό πρόσωπο που κρατά μια λύρα. Καταγράφει τις υπαρξιακές του αγωνίες σε έργα με θρησκευτικά θέματα, αλλά τον απασχολεί βαθειά κι ο αγώνας του Καλού εναντίον του Κακού, ενώ σε ένα γράμμα προς τον πεθερό του γράφει : «Πόσον πτωχός είναι ο ζωγράφος απέναντι του ποιητού! Αν ξαναγεννηθώ θα γίνω ποιητής και μουσικός

O Γύζης υπήρξε γνήσιος καλλιτέχνης, σεμνός, στοχαστικός, αληθινά ευγενής και αυτήν την εσωτερική ομορφιά αποτύπωσε στα έργα του. H επίγεια ζωή του, όπως είχε πει λίγο πριν το τέλος, «διήλθε εν μεγίστη ταχύτητι«, τα έργα του όμως  μοιρασμένα στην Eλλάδα και στη Γερμανία, έμειναν παντοτινό καύχημα της πατρίδας, που τόσο λάτρευε και πονούσε, ώστε δίκαια ο Γύζης να θεωρείται » ο Σολωμός του χρωστήρος«.

xartografos

Advertisements
This entry was posted in Γύζης Νικόλαος. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s