130. Ο Σίσυφος ως εκλογέας

Ευλογημένος τόπος η Κόρινθος. Την έλεγαν Εφύρα κάποτε και την ίδρυσε εκείνος ο απίστευτος Σίσυφος. Βασιλιάς πανέξυπνος έως παμπόνηρος, μπλέχτηκε σε μια «δικαστική» διαμάχη ως μάρτυρας, κι έκτοτε βασανίζεται μέχρι σήμερα.

Το περιστατικό είχε να κάνει με την ομορφούλα Αίγινα που ο μπερμπάντης Δίας κατάφερε και την αποπλάνησε. Τρελάθηκε ο πατέρας της ο Ασωπός κι άρχισε τις έρευνες. Έπεσε πάνω στο Σίσυφο που έτυχε να γνωρίζει τα καθέκαστα, και τον κάλεσε να καταθέσει όλη την αλήθεια χωρίς φόβο και πάθος, τού ‘ταξε μάλιστα και μια πηγή να αναβλύζει γάργαρο νερό στην Ακροκόρινθο. Είχε δεν είχε τα ξέρασε ο μάρτυς, να όμως που τελικά ο ασελγός τη γλύτωσε. Γλίστρησε απ’ τις κατηγορίες, αλλά τον μάρτυρα δεν τον ξέχασε με τίποτα.

Τον χώνει στον Άδη κι εκεί ο Σίσυφος κάνει το απίθανο. Δένει το Θάνατο χειροπόδαρα, νικάει τον ανίκητο, πατάει τους φόβους των θνητών και χορεύει πάνω τους. Μπήκαν τα μεγάλα μέσα, ο Άρης λευτερώνει τον όμηρο, η τάξη αποκαθίσταται, ο Σίσυφος όμως δεν την γλυτώνει. Πριν τα τεντώσει για τα καλά, φωνάζει στη γυναίκα του «Μερόπη μη με θάψετε», και όταν ξαναπερνάει τα παγωμένα τάρταρα, νάτος πάλι με άλλες κατεργαριές. «Δεν μπορώ να μείνω μαζί σας, άταφος είμαι εκεί πάνω στου ήλιου τις αυγές, αφήστε με να πάω να κανονίσω τα νεκρικά δέοντα». Τους έψησε, πήρε την άδεια της Περσεφόνης, κι ούτε που επέστρεψε στις θανατερές σπηλιές.

Οι αλεπουδιές κάποτε τελειώνουνε, κι άντε να βγάλεις άκρη με τα όρνια που χυμούν άγρια στα χαμένα μερτικά τους

Μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, στο τέλος ο Ερμής την καθάρισε τη μπουγάδα, κι οι αλεπουδιές του Σίσυφου τελέψανε. Οι κριτές των νεκρών τον έχωσαν να σπρώχνει αιωνίως στην κορυφή του λόφου έναν ογκόλιθο, και μόλις φτάνει εκεί ψηλά, η πέτρα να κυλάει πίσω κάτω. Μάταιες δυνάμεις, βάσανος χωρίς τελειωμό.

Ποιος δεν το τράβηξε του Σίσυφου το πάθος! Κάθε τρία – τέσερα χρόνια να γεμίζεις τον βράχο ελπίδες, υποσχέσεις, μαγγανείες, να τον στερεώνεις στους ώμους, στην οικογένεια, στης εργασίας την προκοπή και σε μια στιγμή, το βράδυ των εκλογών, όλα να κυλούν πίσω στο μηδέν. Ξανά μανά χτυποκάρδια, κασμάς, φως ελπίδων, κι ύστερα πάλι το βουερό γκρέμισμα. Εντάξει ως ψηφοφόροι ήμαστε αμέριμνοι, ιδιοτελείς, άδικοι, ξεχασιάρηδες, κουτοπόνηροι, ψιλομπαγάσηδες, απρονοητικοί σαν τον Σίσυφο. Κι αυτή η ισόβια τιμωρία όμως δεν υποφέρεται…

xartografos

Advertisements
This entry was posted in ΕΠΙΚΑΙΡΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s