97. Κουασιμόδε σώσε μας

Αράχνιασε το νεκροκρέβατό μας, ντάνες τα κιβούρια στης αγοράς τις οιμωγές, τα όρνεα φέρνουν γύρες πάνω απ΄ της σαπίλας μας τη δυσοσμία, μακάβρια η αποφορά των άταφων ξεκοιλιασμένων.

Ένας Κουασιμόδος αν υπήρχε μόνον στη σκηνή της Ελλάδας… Τα φώτα της πολιτικής ράμπας να σβύσουν απ΄των ανάξιων τους απόπατους, των σιχαμένων τις πομπές. Λάγνοι κι αλαζόνες θησαύρισαν στην καχεξία των πολλών. Πήξαμε ως τα μπούνια από σαλιάρηδες δικαστές Φρόλο, εθνοπατέρες της ξεδιαντροπιάς, τηρητές της νομιμότητας που δολερά εγκλημάτισαν κατά συρροή και κατ’ επάγγελμα. Πανούκλα έσπειραν οι απρεπείς, ψυχές θερίσαν οι δυσεβείς, άχρηστοι, άδικοι, άκαρδοι. Δεν έχει άσυλο γι΄αυτούς, δεν έχει οδό. Πονηροί από ιδιοτέλεια, με διαμαντόπετρες στους αντίχειρες, σύραν το ξίφος στον αυχένα όσων λασπομαχούμε για μια ανήλια  θέση στην αυλή των θαυμάτων.

Ας είναι κακάσχημος, καμπούρης κι ελεεινόμορφος, θα τον

Η μεγαλύτερη καμπάνα του κόσμου σπασμένη, 200 τόνων, δώρο στην ανιψιά του Μέγα Πέτρου, σήμερα στα πλακόστρωτα του Κρεμλίνου

εκλέξουμε. Τραυλός, ραχιτικός, ξεδοντιασμένος ας είναι, θα τον λατρέψουμε. Ας είναι καταδιωγμένος, περιφρονημένος, άσημος, θα τον αναδείξουμε στα ηγουμενεία. Τα στιβαρά του χέρια αναζητούμε, να δονήσουν τα σήμαντρα του ξεσηκωμού. Να σημάνουν οι καμπάνες των κωδωνοστασίων όλης της χώρας από τον αγαθό του οίστρο. Ως άλλος ηνίοχος ας στρέξει να λάβει στις παλάμες του τις τύχες ημών των καταφρονεμένων. Στην αποκρουστικότητα του ύβου σου θα δημοκρατούμε Κουασιμόδε, βγες μπροστά.

Κυνηγημένη κι ορφανή Εσμεράλδα η αρετή μας. Άφαντη στις κατακόμβες κρύφτηκε, στη μοναξιά της καταδίκης, στη συντροφιά μιας αγνής κατσικούλας. Το λαμπερό μενταγιόν της θάμπωσε από τη λέρα των παραδόπιστων,  Πού το δημόσιο ήθος, πού η περηφάνια του έθνους, πού η φιλοτιμία, πού το ξυναμφότερον ;

Τράβα τα χαλινάρια καμπούρη μας. Άρπαξέ μας στους παραμορφωμένους ώμους σου κι ας πετάξουμε κρεμασμένοι στα σχοινιά της λύτρωσης πάνω από τη λαίλαπα. Γύρνα Κουασιμόδε τα άλογα προς της αυγής τα χρώματα, είσαι εμείς. Σφίξε τα γκέμια κι άσε μας να ακολουθήσουμε πεζοί στις κακοτράχαλες ανηφοριές, μη σταματάς τους κώδωνες, τα γκονγκ, τις καμπανούλες, μπας και εγερθεί άμποτε ο λαϊκός γίγας.

xartografos

Advertisements
This entry was posted in ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s