95. Ταφή ή Καύση των νεκρών μας ;

Για τον αρχιερέα π. Νικόλαο Χατζηνικολάου τρέφω βαθιά

Ο μητροπολίτης Μεσογαίας και Λαυρεωτικής π. Νικόλαος, φέρει φυλαχτό κατάσαρκα στο στήθος του με λείψανα του Αγ. Νικολάου

ανυπόκριτη εμπιστοσύνη. Καθηγητής Αστροφυσικής, δίδαξε Βιοϊατρική Τεχνολογία της Φυσιολογίας στο Harvard και το ΜΙΤ, μέλος τοῦ Ἐθνικοῦ Ὀργανισμοῦ Μεταμοσχεύσεων, ιδρυτής και Πρόεδρος τῆς Ἐθνικῆς Ἐπιτροπῆς Βιοϊατρικῆς Ἠθικῆς και Δεοντολογίας, πλήθος masters και διδακτορικά. Η στάση ζωής του θα μας δώσει σίγουρα ευκαιρία -και σύντομα μάλιστα- να επανέλθουμε σε τούτο το ακρωτήρι των σκέψεων, καταθέτοντας τα χαρακτηριστικά του Παραδείγματός του, ως εικόνα Συμβολικής αναφοράς. Η πνευματική μορφή του θα μας απασχολήσει όλους με το θετικότερο τρόπο στους καιρούς που έρχονται. Προς το παρόν επιφυλάσσομαι να μοιραστούμε κάποιες από τις σκέψεις του σε ένα σύχρονο αίνιγμα : Ταφή ή καύση των νεκρών ;

1. Σὲ μιὰ πόλη μεγάλη σὰν τὴν Ἀθήνα ἔχει πλέον δημιουργηθεῖ μιὰ νέα εἰκόνα τῆς κηδείας. Ὁ νεκρὸς δὲν διανυκτερεύει στὸ σπίτι του, ἀλλὰ σὲ ψυγεῖο. Οἱ γείτονες, ἀποξενωμένοι ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλο καὶ ἐρμητικὰ κλεισμένοι στὸν ἑαυτό τους ὁ κάθενας ἀρνοῦνται τὸ θέαμα. Ἡ ἐκφορὰ τοῦ νεκροῦ δὲν γίνεται πλέον ἀπὸ τὸ σπίτι του -τὸν τόπο τῆς ἐκφράσεώς του -, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ δημόσιο κοιμητήριο -τὸν τόπο τῆς δημοτικῆς ἐκμεταλλεύσεὼς του. Ἔτσι δὲν τὸν ξαγρυπνοῦμε. Ὁ χῶρος ἀποχαιρετισμοῦ του εἶναι τὸ ἀπρόσωπο περιβάλλον τοῦ κοιμητηρίου, καὶ μάλιστα μαζὶ μὲ ἄλλους. Τὸ γεγονὸς χάνει τὴ μοναδικότητά του.

Οἱ μεταφορεῖς τῆς σωροῦ, οἱ νεκροθάπτες, οἱ ψάλτες εἶναι ἄγνωστοι, ποὺ πληρώνονται καὶ ποὺ συνεχῶς αὐτὴ τὴν δουλειὰ κάνουν. Πρόσωπα ἐθισμένα καὶ ὡς ἄγνωστα ἐντελῶς ἀμέτοχα στὴν ἱερότητα ἢ τουλάχιστον στὸ συναισθηματικὸ δράμα τῆς ἀκολουθίας. Οἱ φίλοι καὶ οἱ γνωστοὶ δὲν συμμετέχουν ἐνεργὰ στὴν πρακτικὴ διαδικασία τῆς κηδείας, ἁπλὰ παρακολουθοῦν παθητικά.

Ὁ ἱερέας, τὸ ἴδιο κουρασμένος, ψυχρὸς καὶ συχνὰ ἀδιάφορος, αδυνατεῖ νὰ συμμετάσχει. Τὰ λερωμένα του ἄμφια, ἡ σκληρὴ καὶ ξερὴ ἀπὸ τὸν κόπο καὶ τὴ συνήθεια φωνή του, ἡ μπουχτισμένη μορφή του, δίπλα στὸν κακόγουστο διάκοσμο δίχως καμία ευλάβεια, ἀνούσιουι λόγοι, παγερὲς ὄψεις τῶν ὑπαλλήλων τοῦ κοιμητηρίου ἢ τῶν ἐργολάβων, δεμένων μὲ τοὺς δυτικόπληκτους ξελαρυγγισμοὺς μιᾶς παράταιρης χορωδίας ἢ τὴν μοιρολογικὴ φωνὴ ἑνὸς ψάλτη τῆς παλαιοληθικῆς ἐποχῆς, συνθέτουν μιὰ εἰκόνα ποὺ θυμίζει πιὸ πολὺ τὸ θάνατο ἀπ᾿ ὅσο ὁ ἴδιος ὁ νεκρός.

2. Στὴν ἐκταφή, ὁ ὑπάλληλος τοῦ Δήμου φορά γάντια γιὰ νὰ μὴ μολυνθεῖ, ἁπλώνει μιὰ πλαστική σακκούλα σκουπιδιῶν ἀπὸ τὸν «Μαρινόπουλο» καὶ ἀρχίζει βιαστικὰ νὰ σκάβει καὶ νὰ ψάχνει γιὰ τὰ ὀστᾶ. Δίπλα του, ἕνα καταλερωμένο καροτσάκι γεμάτο χώματα, ἄχρηστα ἐργαλεῖα, τὸ ἴδιο μὲ τὸ ὁποῖο γίνεται ἡ μεταφορὰ τῶν σκουπιδιῶν τοῦ κήπου, ενδέχεται ο αγαπημένος σου να πεταχθεί ως ἄλειωτο σκουπίδι σὲ μιὰ γωνιὰ γιὰ ἕνα ἀκόμη χρόνο.

Στα μοναστήρια, στα χωριά, όλα είναι διαφορετικά· γυναῖκες μὲ καθαρὲς λεκάνες, ἄνδρες μὲ κασμάδες καὶ φτυάρια -ποὺ ἄφησαν γιὰ τὴ μέρα τὴ δουλειά τους, απλώνουν πρῶτα ἕνα πεντακάθαρο σεντόνι. Όλα ἄσπρα καὶ μέσα σὲ ὑποβλητικὴ ἡσυχία, μὲ συγκίνηση καὶ ἀγωνία, στὸν ἀπόμερο χῶρο τοῦ κοιμητηρίου, δίχως θορύβους ἐπιτελεῖται ἡ ἱεροτελεστία τῆς ἐκταφῆς.  Ἀντὶ γιὰ ψυχρὴ ἐπαγγελματικὴ βιασύνη, ἡ τρυφερότητα τῶν αἰσθημάτων καὶ ἡ ὑπομονὴ τοῦ σεβασμοῦ. Ὁ χρόνος τραβάει, διαρκεῖ. Ὅλα πλένονται ὄχι σὲ φορμόλη ἢ ἄλλα χημικά, ἀλλὰ σὲ ἁγνὸ κρασάκι ἀπὸ τὸ ἀμπέλι καὶ μὲ πεντακάθαρο νερό. Ἔτσι ξανασυναντᾶ κανεὶς τὸ τελευταῖο ὑπόλειμμα τοῦ θησαυροῦ τοῦ προσώπου. Αὐτὸ εἶναι ἀδύνατο νὰ σκεφθεῖ κανεὶς νὰ τὸ κάψει. Δὲν μπορεῖ.

Το Εθνικό Κοιμητήριο του Arlington, στην Ουάσιγκτον, αποτελεί ιερό πόλο έλξης και σημείο μνήμης των Αμερικανών από την εποχή του εμφυλίου πολέμου τους. Σήμερα οι επισκέπτες της πρωτεύουσας απολαμβάνουν έναν περίπατο γλυκιάς θνητότητας, με βαθιά νοήματα γαλήνης για το σώμα και το πνεύμα

3. Τὸ ἐπιχείρημα ὅτι δὲν ἔχουμε χῶρο στὰ κοιμητήρια μας ἢ χώρους γιὰ κοιμητήρια ἀποτελεῖ πρόφαση έως προσβολή. Ἂν δὲν ἔχουμε, νὰ δημιουργήσουμε χῶρο. Ὅπως εἶναι ἀνάγκη στὴν πολύκοσμη Ἀθήνα να δημιουργηθοῦν χῶροι γιὰ parking, ἀναψυχή, πολυκαταστήματα κ.λπ., ἔτσι μπορεῖ νὰ ληφθῆ καὶ ἡ δέουσα πρόνοια γιὰ τοὺς νεκρούς.  Ἡ κοινωνία μας συχνὰ ἐκφράζει καὶ τὴ στενότητα ποὺ νοιώθει ὄχι γιὰ τοὺς νεκρούς, ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς ἐπερχομένους ζωντανούς. Οὔτε γι᾿ αὐτοὺς δὲν ἔχει χῶρο ὁ κόσμος μας. Γι᾿ αὐτὸ καὶ νομιμοποιεῖ τὶς ἀμβλώσεις. Ἔτσι, νόμιμα πλέον καταστρέφουμε τὸ σπαρμένο στὰ σπλάγχνα τῆς μητέρας ἔμβρυο. Κατὰ ἀνάλογο τρόπο, καῖμε τὸ σῶμα στὰ σπλάγχνα τῆς γῆς γιὰ νὰ μὴν ζήσει αιώνια.

4. Ἕνας ἰσχυρὸς λόγος, ποὺ κάποιοι προτάσσουν γιὰ τὴν καύση, εἶναι τὰ λεγόμενα ἀνθρώπινα καὶ ἀτομικὰ δικαιώματα. Ἡ καύση τῶν νεκρῶν δὲν εἶναι ἀτομικὸ δικαίωμα τοῦ νεκροῦ πλέον ἀνθρώπου· ἡ διατήρηση τοῦ σώματός τους ἀποτελεῖ κοινωνικὴ ὑποχρέωση σεβασμοῦ καὶ ἐπιβιώσεως τοῦ προσώπου του.

Τὸ κοινωνικὸ ἀγαθὸ ὡς ἀξία εἶναι ἀνώτερο κάθε ἀτομικῆς ἐπιλογῆς. Ἂν ἡ ταφὴ ἀποτελεῖ ἀξία, τότε ἡ καύση δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀτομικὸ δικαίωμα. Ἂν πάλι ἡ ἐπιθυμία ἑνὸς νὰ καεῖ εἶναι ὑπερτέρα τῆς ἀνάγκης τῆς κοινωνίας γιὰ σεβασμὸ τοῦ νεκροῦ σώματος, τότε τὸ ἴδιο ἐπιχείρημα δὲν θὰ μποροῦσε νὰ φέρει στὸ προσκήνιο ἀπὸ νέα ὀπτικὴ τὸ θέμα τῆς εὐθανασίας; Ἂν ἡ κοινωνία ἔχει ὑποχρέωση νὰ κάψει ὅποιον τὸ ἐπιθυμεῖ, τότε θὰ εἶναι καὶ ὑποχρεωμένη νὰ διευκολύνει καὶ τὸν θάνατο αὐτοῦ ποὺ τῆς τὸ ζητεῖ. Ἡ ὑποχώρηση στὴν καύση τῶν νεκρῶν μὲ τὸ αἰτιολογικὸ τοῦ ἀτομικοῦ δικαιώματος θὰ καταστήσει τὴν εὐθανασία ἐπιβεβλημένη κοινωνικὴ ὑποχρέωση.

5. Πέραν ὅμως τῶν προφάσεων ὑπάρχουν βαθύτερα αἴτια ποὺ τὸ θέμα τῆς καύσης τῶν νεκρῶν κατὰ καιροὺς ἐμφανίζεται στὸ προσκήνιο. Αὐτὰ εἶναι ὁ μηδενιστικὸς τρόπος ζωῆς, ἡ ἐπιθυμία ἀποθρησκευτικο ποιήσεως τῆς κοινωνιας καὶ ἡ κυριαρχία τῆς χρηστικῆς ἀντίληψης εἰς βάρος τοῦ σεβασμοῦ καὶ τῶν ἀξιῶν.

Ἡ προσπάθεια εἰσαγωγῆς τῆς καύσης δημιουργεῖ μιὰ ἀπότομη ἀλλοίωση στὰ κοινωνικά μας ἤθη.  Ἡ πρακτικὴ καὶ χρηστικὴ ἀντίληψη ἔχουν ἐπικρατήσει καὶ μᾶς ἔχουν πείσει, γιατὶ μέσα στὴν καρδιά μας ἔχει ἔντονα ἀδυνατίσει ἡ πνευματικὴ καὶ βιωματικὴ διάσταση τοῦ γεγονότος. Ὅλα γίνονται βιαστικὰ καὶ τυπικά. Ὅ,τι ὅμως δὲν ἔχει ὑπομονὴ δὲν ἔχει οὔτε βάθος, οὔτε διάρκεια· οὔτε ῥίζες, οὔτε αἰωνιότητα. Ἡ ψυχὴ δὲν εἶναι οὔτε φαντασία οὔτε ἀφηρημένη ἔννοια. Εἶναι ἡ οὐσία τοῦ ἀνθρώπου. Ἔχει τέτοια δύναμη καὶ τόση ζωὴ ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ ἐξαντλήση τὰ ἀποθέματα της σ᾿ αὐτὴ τὴ ζωή· γι αὐτὸ καὶ δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ ζεῖ αἰώνια.

Τὸ λείψανο ἀποτελεῖ εἰκόνα τῆς ἀνθρώπινης ὑποστάσεως. Ὅπως ἡ Ἐκκλησία ἔδωσε γιὰ χρόνια ἀνυποχώρητη τὸν ἀγώνα της γιὰ τὴ διαφύλαξη τῶν εἰκόνων της, ἔτσι καὶ τώρα καλεῖται νὰ ὑποστηρίξει τὶς ἀνθρώπινες εἰκόνες, τὰ ὑπολείμματα, τὶς ὑπομνήσεις τῆς ψυχῆς σ᾿ ἀυτὸν τὸν κόσμο. Κάθε προσπάθεια καύσης τοῦ σώματος εἶναι εἰκονοκλαστικὴ στὴ φύση της καὶ προσβάλλει τὸ χριστολογικὸ δόγμα. Ὁ ἄνθρωπος ξεκινάνει μὲ ἄκρα ταπείνωση -τὴν κυτταρικὴ μορφή του- καὶ καταλήγει πάλι ταπεινὰ -μὲ τὴ λειψανικὴ μορφή του.  Ἡ ἀνθρώπινη φύση βρίσκεται στὴ μεγαλύτερη της ἔνταση καὶ δυναμική, ὅταν ἐγκαθίσται ἡ ψυχὴ στὸ σῶμα -ἔμβρυο – ἢ ὅταν ἀποχωρίζεται ἀπὸ αὐτὸ -λείψανο. Οἱ δύο αὐτὲς καταστάσεις εἶναι οἱ μοναδικὲς ποὺ ὁ ἄνθρωπος δὲν ἁμαρτάνει. Καταστρέφοντας καὶ τὰ ἔμβρυα καὶ τὰ ὀστᾶ εἶναι σὰν νὰ καταστρέφουμε τὴν ἀνθρώπινη ταπείνωση.

6. Κηδεία σημαίνει τὴν τελευταία καὶ ἱερότερη φροντίδα μας στὸν νεκρό. Ἐτυμολογικὰ προέρχεται ἡ λέξη ἀπὸ τὸ ῥῆμα «κήδομαι» φροντίζω. Ὅταν κάποιον θέλεις νὰ τὸν φροντίσεις, τότε οὔτε τὴν ἱερότητά του περιορίζεις οὔτε καὶ τὴ φυσικὴ ὑπόστασή του λιγοστεύεις. Ἀρνεῖσαι τὴ βία ἐπάνω του, ὄχι γιὰ νὰ μὴν πονέσει τὸ σῶμα του, ἀλλὰ γιὰ νὰ μὴν πονέσει ἡ ψυχή σου.

Μὲ τὴν ταφὴ ὅμως, ὅταν αὐτὴ γίνεται ὅπως πρέπει, μποροῦν οἱ συγγενεῖς νὰ πάρουν τεράστια ἐλπίδα· αἰσθάνονται ὅτι ὁ ἄνθρωπός τους ὑπάρχει, κάπου εἶναι καὶ κάτι περιμένει· σίγουρα δὲν τέλειωσε.  Ἡ ταφὴ μπορεῖ νὰ εἶναι ἀρχὴ ζωῆς, σπορά. Κάθε μνημόσυνο, κάθε ἀνάμνηση, κάθε προσευχή, κάθε τρισάγιο, κάθε ψυχοσάββατο εἶναι ἕνα πότισμα σ᾿ αὐτοὺς τοὺς σπόρους ποὺ ὑπάρχουν μέσα στὴ γῆ, στοὺς κήπους, στὰ περιβόλια τῶν κοιμητηρίων.

7. Ὁ σύγχρονος κόσμος θέλει νὰ κάψει τοὺς νεκρούς. Τοὺς λειπει τὸ αἰώνιο, τὸ θεϊκό, τὸ ἐπέκεινα. Οὔτε στὰ σπλάγχνα ὡς ἔμβρυο τὴν δέχεται, οὔτε στὸν τάφο ὡς λείψανο, οὔτε στὴν σκέψη ὡς αἰώνιο προόσωπο, οὔτε στὴν ψυχὴ ὡς χάρη θεώσεως.

Καῖμε ὅ,τι ἔχει ἀξία, ὀμορφιὰ καὶ ζωή. Ὅ,τι ἔχει χρόνο μέσα του καὶ διάρκεια. Καῖμε τὰ δάση, καῖμε τὶς περιουσίες μας, καῖμε τὶς αἰώνιες ἀξίες μὲ τοὺς νόμους, καῖμε τὶς παραδόσεις μας. Τώρα θέλεουμε νὰ καῖμε καὶ τὰ σώματά μας. Ὅταν κάψουμε τὴν ὑπόμνηση τῆς αἰώνιας προοπτικῆς καὶ τοῦ θανάτου μας, θὰ ἔχουμε προσδώσει στὸ τοπίο τῆς ζωῆς μας τὴν εἰκόνα ποὺ ἀντικρύζουμε μπροστὰ σὲ ἕνα καμμένο δάσος. Ἡ Ἐκκλησία δυσκολεύεται νὰ ἐνταχθεῖ σὲ μιὰ τέτοια λογική.

Ο καθένας μας ας αποκρυπτογραφήσει τις βουλές του ενώ μπορεί να βρει το πλήρες κείμενο εδώ

xartografos

Advertisements
This entry was posted in ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΕΣ ΓΡΑΦΕΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s