56. – Νατάσα, πάρε και κανένα μάλλινο…

Έριξε κάτι ελαφρύ πάνω του και τράβηξε βιαστικός για το γκαράζ. Στη Νατάσα από το μεσημέρι είχε πει ψέματα πως θ΄ αργούσε το βράδυ, είχε τάχα να δει ένα Νιγηριανό πάστορα της ιεραποστολής που το έπαιζε μυστικός σύμβουλος πετρελαίων, μόνο και μόνο για να γραφτεί απ’ τις κάμερες του σαλονιού.

Έφθασε στο λαστιχάδικο της 3ης Σεπτεμβρίου σχετικά εύκολα, πάρκαρε στο πάρκινγκ πίσω περιμένοντας το σινιάλο. Ο Πάκης άναψε τσιγάρο στη γωνία της Ηπείρου κι εκείνος βγήκε φουριόζος, έτρεξε σχεδόν κι ανέβηκαν δυο-δυο τα σκαλοπάτια της εισόδου ως τον πρώτο, μαζί με ένα τύπο που είχε συνεχώς τα χέρια βαθιά στις τσέπες της καμπαρτίνας του. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη κι η ώρα σχεδόν 10. Ημίφως.

Μια γυναίκα κοντά στα 50 σέρβιρε καρντού με πάγο σε χαμηλό. Οι οδηγίες ήταν απλές : Στη μεγάλη απεργία των λιμενικών το καράβι θα ξεφόρτωνε χαράματα στον προβλήτα 11, και θά ‘φευγε για Μερσίνα. Τα επεισόδια με τα συνδικάτα της άλλης ημέρας θα έσβηναν κάθε ίχνος. Ο Πάνος ίσως ξεψάχνιζε την ιστορία αλλά ήταν πιστός, δεν δάγκωνε. Ως τον Οκτώβρη η Νατάσα θα γινόταν δεκτή για διδακτορικό στο Λονδίνο (κιρσούς), μετά θα πήγαινε κι εκείνος με τα παιδιά για λίγο καιρό μέχρι να ησυχάσουν τα πράγματα. Τα άλλα ήταν δικός τους λογαριασμός. Κατάπιε μια, τον ζόριζε κι ο νάρθηκας στο γόνατο, επιτέλους θα έχανε μερικά κιλά, σκέφτηκε.

– Μην τα κάνεις θάλασσα αυτή τη φορά, είδες με τις φωτιές, μπαλώναμε για μήνες, είπε ο ένας.

– Θα μιλήσω του Βύρωνα να ‘χει το νου του.

Δεν καταλάβαινε πολλά, δεν άντεχε καθόλου πια. Οι δυο φαλακροί συνομιλητές με την κυπριακή προφορά δεν απάντησαν σε καμία ερώτησή του όσο ο Πάκης δάγκωνε το φίλτρο του τσιγάρου με το σπασμένο δοντάκι του. Του ξεκαθάρισαν πως δεν είχε πια επιλογές όταν τσάκισε η δουλειά με τα γκαζάκια στο βορρά, τον είχαν προειδοποιήσει. Τώρα οι εκλογές ήταν ήδη τελειωμένη παρτίδα, θα έκανε την απελπισμένη πριμαντόνα για 20 μέρες κι ύστερα όλα καλά. Εκείνος σιωπηλά θα έσφιγγε το χέρι του Γιώργου και θα ανέβαινε στο ράφι ως γενναίος.

– Κι ο Γιώργος ; ρώτησε με αφέλεια

– Δεν θα μάθει ποτέ τίποτε. Τον αναλάβαν άλλοι.

Έφυγαν από Φιλαδέλφεια, στην πλατεία ο Πάκης κατέβηκε για ένα δίσκο πάστες από του Τίλλα. Όσο περίμενε γέλασε με πίκρα σαν θυμήθηκε τα κομποσχοίνια απ΄ το Όρος. Ο Μίλτος του τα’χε πει, η παρέα ήταν σάπια, να μην τα βάλει μέσα του όσα μάθει, αλλ΄ αυτός έλεγε μεγάλα λόγια ότι μπορεί, ότι θα τους λιανίσει αν κουνηθούν. Έφερε στο μυαλό ότι δεν ήταν φαλακροί, μάλλον καλοξυρισμένοι. Δεν ήταν καν συνομιλητές. Αύριο θα τηλεφωνούσε στην Άνκελα, ήθελε να της εξηγήσει ότι προσπάθησε αλλά δύσκολα πια να πληρωθούν τα ομόλογα. Ο Πάκης έφερε και μερικές σοκολάτες για τα παιδιά.

Χιλιόμετρα πολλά, βουνά τα καρούλια με οπτικές ίνες έτρεχαν στη εθνική οδό πάνω σε βιαστικές καρότσες, θα τυλίγαν το ακρωτήρι όπως το βοδινό με τις εφημερίδες. Στο Al Arabiya είχε διαφήμιση για ξεκάρφωμα τις προάλλες αυτά τα “ΖοR” Hapoel κοντέινερς, αλλά ποιος χαμπάριαζε τη πλέμπα. Ήδη οι φυλλάδες μίλαγαν για τις παραγραφές, αλλά εδώ που φτάσαμε ήταν καλύτερο από χαρακίρι. Κλείνει το μαγαζί, χαλάλι τους η μπάνκα, δεν τον εκτίμησαν σωστά,  όχι, τού ‘μενε το παράπονο

xartografos

Advertisements
This entry was posted in ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΟΥ ΣΚΕΨΕΙΣ. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s