40. Αλεξανδρινά ερείπια των ηδονών

Το ποίημα γράφτηκε το 1910. Παρόλο που έχει την πηγή του σ’ ένα χωρίο από τους Βίους Παράλληλους του Πλούταρχου και στηρίζεται σε ένα ιστορικό γεγονός, την ήττα του Αντωνίου στο ‘Άκτιο το 31 π.Χ. από τον Οκταβιανό και το τέλος του στην Αλεξάνδρεια, εντούτοις το ποίημα δεν είναι ιστορικό αλλά μελαγχολικά συμβολικό.

Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον

Σαν έξαφνα, ώρα μεσάνυχτ’, ακουσθεί
αόρατος θίασος να περνά
με μουσικές εξαίσιες, με φωνές –
την τύχη σου που ενδίδει πια, τα έργα σου
που απέτυχαν, τα σχέδια της ζωής σου
που βγήκαν όλα πλάνες, μη ανοφέλετα θρηνήσεις.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που φεύγει.

Προ πάντων να μη γελασθείς, μην πείς πως ήταν
ένα όνειρο, πως απατήθηκεν η ακοή σου
μάταιες ελπίδες τέτοιες μην καταδεχθείς.
Σαν έτοιμος από καιρό, σα θαρραλέος,
σαν που ταιριάζει σε που αξιώθηκες μια τέτοια πόλι,
πλησίασε σταθερά πρός το παράθυρο,
κι άκουσε με συγκίνησιν, αλλ’ όχι
με των δειλών τα παρακάλια και παράπονα,
ως τελευταία απόλαυσι τους ήχους,
τα εξαίσια όργανα του μυστικού θιάσου,
κι αποχαιρέτα την, την Αλεξάνδρεια που χάνεις.

Την 29.4.1863 ο “ελληνικός” Κωνσταντίνος Πέτρου Καφάβης γεννιέται στην Αλεξάνδρεια. Τα παιδικά βιώματα στέφθηκαν από ευμάρεια και οικογενειακό πλούτο. Η οικογένεια «ζούσε Μεγάλα» στο δεύτερο πάτωμα της αριστοκρατικής οδού Σερίφ της Αλεξανδρείας διατηρώντας Γάλλο παιδαγωγό, Αγγλίδα τροφό, Έλληνες υπηρέτες, Ιταλό αμαξά και Αιγύπτιο θυρωρό. Ο επτάχρονος Κωνσταντίνος συνθλίβεται από το θάνατο του πατέρα του, κι αρχίζει η παρακμή.

Αναχωρούν οικογενειακώς για την Αγγλία κι επιστρέφουν μετά από 8 χρόνια οπόταν ο φιλομαθής νεαρός αρχίζει να μελετά και να εργάζεται πνευματικά μόνος, από τις δανειστικές βιβλιοθήκες της Αλεξανδρείας. Οι ταραχές του επαναστάτη Αραμπί ωθούν την οικογένεια στην Πόλη στα πατρικά εκ μητρός φαναριώτικα κτήματα. Ο ομοσεξουαλισμός του άρχισε να διαφαίνεται το 1883, κι ο ρομαντικός μετέφηβος χάνεται τα βράδια στα κακόφημα στέκια του Βοσπόρου, εύφορος ψυχικά περνά μια ανεξερεύνητη διετία πριν την επιστροφή στη γενέτειρα. Εκεί θα δομήσει πλήρως την ταυτότητα της συνείδησής του “Ελληνικός ,-όχι Έλλην ούτε Ελληνίζων” όπως αυτοχαρακτηριζόταν.

Ενώ το 1889 προσλάμβανεται ως δημόσιος υπάλληλος κάνει τα πρώτα δειλά λογοτεχνικά βήματα. Σκέψεις διάφανες, επιρροές από Μπωντλέρ, και μέχρι το 1902 που μετακινείται στην Ελλάδα εξάπτεται δημιουργικά. Στην Αθήνα δηλώνει πως αισθανόταν όπως ένας πιστός  που πηγαίνει προσκυνητής στη Μέκκα. Το 1907 εγκαθίσταται στο περίφημο σπίτι-εργαστήριο της οδού Λέψιους 10 στην Αλεξάνδρεια που θα περάσει και το υπόλοιπο του βίου του, δημιουργώντας το σημαντικότερο τμήμα του έργου του τόσο ποιοτικά όσο και ποσοτικά.

Η κυβέρνηση του δικτάτορα Παγκάλου το 1926 του απονέμει το παράσημο του Φοίνικος διάκριση την οποία ο ποιητής αποδέχεται υποστηρίζοντας ότι “Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία και γι’ αυτό το κρατώ”.Ένα χρόνο αργότερα γνωρίζεται με τον Νίκο Καζαντζάκη .Το 1930 ο Καβάφης αρχίζει να υποφέρει από καρκίνο του λάρυγγα, έρχεται στην Αθήνα όπου υποβάλλεται σε τραχειοτομή, χάνοντας τη φωνή του. Την ημέρα των γενεθλίων του το 1933 πεθαίνει από συμφόρηση στο Ελληνικό Νοσοκομείο.

Advertisements
This entry was posted in Καβάφης Κ.Π.. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s