7. «Ξέρει ο πρωθυπουργός ΓΑΠ ελληνικά ;»

«ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΒΡΕΘΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΔΙΚΑΣΕΙ» Χρ. Γιανναρά 29.11.2010, αποσπάσματα

Στην «Καθημερινή» της Κυριακής 5/12/2010, ο κ. Ευθ.-Φοίβος Παναγιωτίδης, επίκουρος καθηγητής Γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, τόλμησε να θέσει το ερώτημα: «Ξέρει ο πρωθυπουργός (Γ. Α. Παπανδρέου) ελληνικά;».

Αποκρούει ο κ. Ε.-Φ.Π. τον «ισχυρισμό κάποιων» ότι «οι γλωσσικές δυσκολίες του πρωθυπουργού πηγάζουν από το γεγονός ότι τα ελληνικά δεν είναι μητρική του γλώσσα». Βέβαια η μητέρα του είναι Αμερικανίδα, αλλά ο πατέρας του, κατά τον αρθρογράφο, αποκλείεται να απευθυνόταν στο παιδί του αποκλειστικώς στα αγγλικά, «δεδομένου και των αγγλικών του Ανδρέα». Επιπλέον (το κυριότερο) και τα αγγλικά ο σημερινός πρωθυπουργός δεν τα μιλάει καθόλου με την άνεση μητρικής γλώσσας, «επαναλαμβάνει συλλαβές, κομπιάζει, κάνει σαρδάμ».

Η δυσγλωσσία του Γ. Α. Παπανδρέου οφείλεται σε «γενικότερη δυσκολία στη γλωσσική πραγμάτωση», που διαφέρει από τη «γλωσσική ικανότητα». Με αυτή τη διάκριση ο κ. Ε.-Φ.Π. κατορθώνει να θέσει ευπρεπέστατα το οξύτατο και δραματικό σήμερα για τον Ελληνισμό πρόβλημα επάρκειας του τιμονιέρη.Κανένας ώς τώρα από τους έγκυρους ψυχολόγους, ψυχαναλυτές, κοινωνικούς ανθρωπολόγους, αλλά και οποιοσδήποτε σεβαστός για τη δημόσια εικόνα του πολίτη, δεν έχει τολμήσει να ψελλίσει αναφορά στο εξόφθαλμο πρόβλημα.

Σίγουρα η ανεπάρκεια γλωσσικής εκφραστικής δεν ταυτίζεται υποχρεωτικά με νοητική υστέρηση και πολιτική ανικανότητα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν διακρίθηκε ως ρήτορας και η δυσκολία του με τις ξένες γλώσσες έμεινε παροιμιώδης. Ομως ο λόγος του ήταν στέρεος, λογικά τετράγωνος, συχνά οι αφορισμοί του είχαν ενεργότερο αποτέλεσμα από αγορεύσεις συναρπαστικών ρητόρων, ανάλογο ενός Θεμιστοκλή Σοφούλη. Αντίθετα, ο εκπληκτικός σε ωριμότητα ελληνοκεντρικός λόγος του Αντώνη Τρίτση ή του Κύπριου Ανδρέα Χριστοφίδη συνοδευόταν από μια παραλυτική πολιτική ανεπιτηδειότητα που ξάφνιαζε.

Το πρόβλημα που τίθεται στην περίπτωση του σημερινού πρωθυπουργού δεν είναι ούτε θετικά ούτε αντιθετικά ανάλογο. Δεν έχει καν σχέση με το ευρύτερο (κυρίαρχο σήμερα) φαινόμενο υποκατάστασης του πολιτικού λόγου από μιαν επιδέξια κενολογία, που εντυπωσιάζει ως ροή λέξεων χωρίς να συνιστά και ροή νοημάτων. Ο ευφυέστατος μάστορας αυτού του είδους είναι ο κ. Ευάγγελος Βενιζέλος και ολιγονοϊκή απομίμησή του ο λόγος της κ. Ντόρας Μητσοτάκη. Αμφοτεροι μιλούν ακατάσχετα, με εντυπωσιακό λεξιλόγιο, πληθωρική εκφραστική, φυσιογνωμική ή χειρονομιών, διατυπώνοντας ασήμαντες κοινοτοπίες, ακροβατικές επιδείξεις σοβαροφανών εφέ.

Η περίπτωση του πρωθυπουργού είναι κάτι άλλο. Ανακαλεί αμέσως, στον κάποιας καλλιέργειας ακροατή, το σοφό απόσταγμα της εμπειρίας ότι «άνθρωπος χωρίς γλώσσα είναι άνθρωπος χωρίς σκέψη». Και στον σημερινό πρωθυπουργό μας αυτή η σχέση γλώσσας και νόησης, γλώσσας και πραγματικότητας, μοιάζει εξαιρετικά υποτονική, ωσάν η ικανότητα της σκέψης να μην επαρκεί για την ανταπόκριση στην πραγματικότητα. Τα ακραία παραδείγματα φωτίζουν τη συνολική εικόνα: Δεν καταλαβαίνει ότι φράσεις όπως «είμαι πολύ συγκινημένος», είναι κωμικό να τις διαβάζει από το χαρτί που του έχουν ετοιμάσει. ΄Η ότι μόνο οι αφελείς αστοιχείωτοι σπεύδουν να χρησιμοποιήσουν, για επίδειξη «μόρφωσης», εκφράσεις που δεν ελέγχουν τη σημασία τους (: «μηδέν εις το πηλίκιον», «εξ απαλών ονύχων» κ.λπ.).

Καθρέφτης της νοητικής επάρκειας είναι, συνήθως, το βλέμμα, η φυσιογνωμική έκφραση. Το άγλωσσο βλέμμα, σχεδόν βλέμμα πτηνού, το χαμόγελο που είναι μόνο σύσπαση και καθόλου φωτισμός του προσώπου, ακυρώνουν ακόμα και την πιθανή οξύνοια, το τάνυσμα των ευγενέστερων προθέσεων. Και όταν από αυτή τη φυσική μειονεξία απαιτούν οι συντάκτες των προεδρικών ρητορευμάτων την ηγεμονική χρήση α’ ενικού προσώπου («δεν θα επιτρέψω», «θα κάνω, «θα δείξω»), το αποτέλεσμα είναι, κυριολεκτικά, ευτράπελο.

Ομως εμείς σήμερα, αναθέτουμε στον πρώτο τυχόντα (χωρίς υπερβολή) φορέα φανταχτερού ονόματος να διαχειριστεί, όχι απλώς την οικονομική μας επιβίωση, την ελευθερία ή την υποδούλωσή μας, αλλά και θησαυρίσματα παναθρώπινης σημασίας και σπουδαιότητας: Αν θα επιβιώσει ζωντανή η γλώσσα (το βιωματικό φορτίο των λέξεων και η συντακτική ευγλωττία) του Ηράκλειτου, του Αριστοτέλη, του Μελωδού Ρωμανού, αν θα σωθεί ως μέτρο και στόχος της ανθρώπινης συνύπαρξης η αθηναϊκή δημοκρατία και η ελληνορωμαϊκή οικουμένη, αν η θάλασσα και το αρχιπέλαγος του Αιγαίου, που κάποτε γέννησαν την κριτική σκέψη και την αποκαλυπτική Τέχνη, θα παραδοθούν ή όχι στον βιασμό και στην ασέλγεια του αλητοτουρισμού και της άντλησης πετρελαίων.

Αλλοίμονο, είναι αδύνατο να υπάρξει Δικαστήριο Εγκλημάτων κατά της Ανθρωπότητας για να δικάσει τους ελλαδίτες πρωθυπουργούς που απεμπόλησαν το Αιγαίο, επέβαλαν τη μονοτονική γραφή της γλώσσας, τον οικιστικό εκβαρβαρισμό της χώρας, παζαρεύουν για ψήφους τη Θράκη, έστησαν στη σκιά του Παρθενώνα τη νεοπλουτίστικη γυφτιά του κ. Τσουμί.

Και σκοτώνουν κάθε μέρα το τελευταίο απομεινάρι ελληνικότητας: τη γλώσσα

ΥΓ.: «Εξ απαλών ονύχων«= Από την τρυφερή εποχή, από παιδί π.χ. Γνωριζόμαστε εξ απαλών ονύχων

Advertisements
This entry was posted in Γιανναράς Χρ.. Bookmark the permalink.

One Response to 7. «Ξέρει ο πρωθυπουργός ΓΑΠ ελληνικά ;»

  1. Ο/Η pigpanther λέει:

    Δεν άντεξα τον πειρασμό. Μην φανατίζεστε οι ΠΑΣΟΚΟΙ φίλοι, το θέμα δεν είναι ούτε προσωπικό ούτε πολιτικό. Αντικειμενικά κάποτε οφείλουμε να μην σιωπάμε για όσα μας προσβάλουν, όσα «βγάζουν μάτι». Αφήσαμε να κατακλυσθεί η ελλαδοκοινωνία μας από φαινόμενα ασυδοσίας και μετριότητας, αυτοκαταδικασμένοι στο μη πράττειν, μη ομιλείν, στο αδιαφορείν, και εν τέλει στο πληρώνειν.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s